Για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές 2019

ioannou-1981bK.K.

Οι επικείμενες δημοτικές εκλογές διεξάγονται σε συνθήκες όπου ο τοπικός και αυτοδιοικητικός χαρακτήρας τους επισκιάζεται από την επικράτηση αντιπαραθέσεων γύρω απ’ την κεντρική πολιτική ατζέντα. Σ’ αυτό έχει συμβάλει αφενός η επιδίωξη των συστημικών, τουλάχιστον, κομμάτων για κατά το δυνατόν καλύτερα αποτελέσματα στις διεξαγόμενες ταυτόχρονα ευρωεκλογές, οι οποίες έχουν αναγορευθεί σε επίσημη και κρίσιμη δημοσκόπηση ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Συνακόλουθα, η κεντρική πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται και στις περιπτώσεις των μεγαλύτερων και πιο κρίσιμων δήμων, που αποτελούν και “οδηγό” πρόθεσης ψήφου για τις βουλευτικές. 

Όμως αυτές οι αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία, όχι για τα αποτελέσματα καθαυτά αλλά κυρίως για το τοπίο της τοπικής αυτοδιοίκησης που θα διαμορφωθεί μετά από αυτές, με βάση το πλαίσιο λειτουργίας του προγράμματος “Κλεισθένης Ι”. 

Η προώθηση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης έχει αποτελέσει βασική και επίμονη στοχοθεσία του αστικού πολιτικού συστήματος και του κεφαλαίου την τελευταία εικοσαετία {σχέδιο Καποδίστριας [1997], πρόγραμμα Καλλικράτης [2010], πρόγραμμα Κλεισθένης Ι [2018]}. Σκοπός είναι η αναπροσαρμογή της λειτουργίας των αυτοδιοικητικών θεσμών κατά τρόπον ώστε να αποτελούν δομικά, λειτουργικά και ιδεολογικά πυλώνες στήριξης και μηχανισμούς άσκησης και προσαρμογής της ευρωπαϊκής και της κεντρικής κυβερνητικής πολιτικής, εφαρμογής των πολιτικών των μνημονίων στη συνέχεια, των νέων εργασιακών σχέσεων και των δημοσιονομικών πολιτικών. Η μεταρρύθμιση με το πρόγραμμα Καλλικράτης [2010] επιχείρησε να εγκαθιδρύσει μια διοικητική και αυτοδιοικητική δομή μόνιμου χαρακτήρα, ξεπερνώντας τον “γερασμένο” διοικητισμό και διεκπεραιωτισμό που χαρακτήριζε τις αυτοδιοικητικές δομές. Ήδη στο έδαφος εκδήλωσης της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος του 2008, η μπλοκαρισμένη αναπαραγωγή των ιμπεριαλιστικών κεφαλαίων επιζητεί δρόμους επενδύσεων, δρόμους και εργαλεία ανάπτυξης, επέκτασης και εξασφάλισης της κερδοφορίας.  Έτσι επιχειρείται η εναρμόνιση των ελληνικών διοικητικών θεσμών με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης των Περιφερειών. Η ροή των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, τα ΕΣΠΑ, η υλοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, η επιβολή των επενδύσεων των ιμπεριαλιστικών κεφαλαίων, η ληστρική επιδρομή στον πλούτο της χώρας, όλα αυτά που ονοματίζονται ανάπτυξη δεν ήταν μόνο -δεν θα μπορούσε να είναι- ζήτημα οικονομικών όρων αλλά απαιτούνταν και οι αντίστοιχες διοικητικές και πολιτικές αναδιατάξεις που θα τα διασφάλιζαν. 

Έτσι,  από το πρόγραμμα “Καλλικράτης” μέχρι την καθιέρωση του προγράμματος “Κλεισθένης Ι”, έχουν πράγματι υλοποιηθεί μια σειρά διαρθρωτικές προσαρμογές, έχουν γίνει διορθωτικές κινήσεις και έχουν επιβληθεί τα κανονιστικά πλαίσια λειτουργίας των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης στις παραπάνω κατευθύνσεις. Οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί προσαρμόστηκαν στα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και αποτέλεσαν πεδίο εφαρμογής εργασιακών σχέσεων χωρίς δικαιώματα. Οι τομείς εκείνοι που σχετίζονταν με κοινωνικές λειτουργίες, δημόσιες υποδομές, κοινωνικά αγαθά δεν θυμίζουν σε τίποτα “κοινωνικό” κράτος. Το “σπάταλο και διογκωμένο κράτος” αποκεντρώθηκε πλέον, αλλά για έναν λόγο: Για να παραχωρήσει στο κεφάλαιο δημόσιες και δημοτικές δομές και υποδομές και για να συμβάλει στη μετατροπή των κοινωνικών αγαθών σε εμπόρευμα για την επέκταση της κεδροφορίας του κεφαλαίου. 

Το κατά πόσον αποτέλεσαν οι Περιφέρειες (κυρίως) αλλά και οι Δήμοι, με επιτυχία, πεδία επιχειρηματικής εκμετάλλευσης και κερδοφορίας υψηλού επιπέδου για το κεφάλαιο είναι μια πιο μεγάλη συζήτηση. Έχει να κάνει καταρχήν με τη δεκαετία της κρίσης μέσα στην οποία εξελίχθηκε, με την αναγκαιότητα παγίωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της εποπτείας, που ήταν άμεση προτεραιότητα. Σχετίζεται και με την επικέντρωση στην παγίωση και τη διεύρυνση της επίθεσης ενάντια στα δικαώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων και των λαικών στρωμάτων, κυρίως την παγίωση των νέων εργασικών σχέσεων, την εκκαθάριση δηλαδή του ζωντανού στοιχείου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Σχετίζεται ακόμη και με αγώνες που δόθηκαν μέσα στην περίοδο της κρίσης, έστω σποραδικούς, περισσότερο ή λιγότερο νικηφόρους, που έθεσαν όμως υπό αμφισβήτηση την ορθότητα, την αποτελεσματικότητα και τη σκοπιμότητα των κυβερνητικών πολιτικών, αντιπάλεψαν πλευρές της, δημιούργησαν εστίες αντίστασης κατοίκων, αμφισβήτησαν το φιλολαϊκό προσωπείο και το ρόλο περιφερειακών ή δημοτικών αρχών, αντιστάθηκαν στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στη μετακύλιση του βάρους στους δημότες, σε φαραωνικά έργα κ.λπ. (ενδεικτικά: Αυτοκινητόδρομοι στον Υμηττό, ΧΥΤΑ σε Κερατέα και Γραμματικό, Εξορύξεις στις Σκουριές, Αεροδρόμιο Ελληνικού, ΚΥΤ κ.λπ.) 

Κρίσιμη πλευρά είναι ότι η εξέλιξη των αναδιαρθρώσεων αυτών έπεσε πάνω στην κρίση και των βασικών αστικών πολιτικών κομμάτων εξουσίας, τα οποία γνώρισαν πολυδιάσπαση, αμφισβήτηση, ανάγκη ανασυγκρότησης, πολιτικής συμμόρφωσης και επανακατάκτησης της χαμένης πολιτικής νομιμοποίησης. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι διαταράχθηκε, αποσυγκροτήθηκε κοινωνικά και πολιτικά η κοινωνική συμμαχία της αστικής τάξης με τα μεσοστρώματα, στρώματα απαραίτητα για τις κρατικές και διοικητικές λειτουργίες, εκλογική δεξαμενή, διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, γνώστες του οικονομικού και διοικητικού περιβάλλοντος, του διοικείν. Αλλά και σημαντικά για την αναπαραγωγή και τη λειτουργία των τοπικών διοικητικών θεσμών και των εκπροσωπήσεων, των αναθέσεων και των αναλήψεων, στρώματα που αναπαράγουν ρόλους συνδιαχείρισης.  Όσο απομακρυνόμαστε όμως από ‘κείνη την εποχή και μπαίνουμε σε μια φάση θεσμικής, οργανωτικής και δημοσιονομικής προσαρμογής στα νέα δεδομένα της προσπάθειας του ελληνικού καπιταλισμού να αναδιαταχθεί, πάντοτε στα πλαίσια που ορίζουν η κρίση, η ιμπεριαλιστική εξάρτηση και οι ευρωπαϊκές πολιτικές, απαιτείται το χτίσιμο μιας νέας συναίνεσης, μιας αναδιάταξης των κοινωνικών συμμαχιών.

Αναφέρθηκε παραπάνω ότι το σύστημα κάνει διορθωτικές κινήσεις στη διοικητική μεταρρύθμιση. Με το πρόγραμμα Κλεισθένης Ι, που έγινε νόμος επί ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρείται πλέον να μεταρρυθμιστεί εκ νέου το πλαίσιο λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης, έχοντας παγιωθεί ο βασικός μετασχηματισμός με τον Καλλικράτη. Οι νέες αναδιαρθρώσεις επιβάλλεται να αντιμετωπίσουν και να θεσπίσουν ένα σύστημα διαχείρισης και εξουδετέρωσης αντιδράσεων, να συμβάλουν στην επανακατάκτηση πολιτικής νομιμοποίησης σε πρόσωπα και θεσμούς και στις κυρίαρχες πολιτικές. Για την υφαρπαγή της συναίνεσης, για την κυριαρχία της λογικής της συνδιαχείρισης, για την αναδιάταξη του τοπικού πολιτικού συστήματος και για την διεύρυνση των πεδίων αναπτυξιακής δράσης της αυτοδιοίκησης κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. 

Γενικά η ουσία των αναδιαρθρώσεων, λοιπόν, είναι η αποκέντρωση του κράτους αλλά και η ενίσχυση του κράτους ταυτόχρονα, η απόσυρση του κράτους από την υποχρέωση κοινωνικής πολιτικής και διαφύλαξης των κοινωνικών αγαθών αλλά και η παρέμβασή του για τη μετατροπή τους σε επιχειρηματική δραστηριότητα ταυτόχρονα. Η εξασφάλιση δρόμων κερδοφορίας και το χτίσιμο της νέας συναίνεσης και της απόσπασης πολιτικής νομιμοποίησης. Η ουσία είναι ότι σ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί το όλο σύστημα να λειτουργεί με τους όρους, τις σχέσεις και τις μορφές που λειτουργούσε πριν, ως αποτέλεσμα των παραγόντων που προαναφέρθηκαν,  που επέδρασαν σωρρευτικά.

Έτσι, κάποια βασικά πεδία στα οποία, με το πρόγραμμα ¨Κλεισθένης”, βαθαίνουν και σταθεροποιούνται οι αναδιαρθρώσεις που καθιστούν του δήμους και τις περιφέρειες τοπικό κράτος σε συνέχεια με το κεντρικό είναι: 

Πρώτον, με ένα εκτεταμένο και ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο ελέγχεται πλήρως η νομιμότητα των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων των δήμων αλλά και των λεγόμενων κοινωφελών επιχειρήσεων ή νομικών προσώπων ή αναπτυξιακών εταιριών που ιδρύουν οι δήμοι σχετικά με πλήθος ζητημάτων και σε βαθμό που, πολύ απλά, δεν υπάρχει καμία αυτονομία. Σχεδόν κάθε οικονομική, διοικητική, θεσμική ή άλλη απόφαση (ακόμη και οι αποφάσεις περί δημοψηφισμάτων), άρα και ο σκοπός τον οποίον θέλει να επιτελέσει, είναι αδύνατη αν δεν υπόκειται και δεν ευθυγραμμίζεται στους περί νομιμότητας κανόνες του κεντρικού κράτους, που με τη σειρά τους υπόκεινται σε μια σειρά υπερνομοθετικές μνημονιακές διατάξεις και στην επιτήρηση εκ μέρους της Ε.Ε. Η επέμβαση με σκοπό τις διορθώσεις και τη συμμόρφωση, σε περίπτωση παρεκκλίσεων, είναι προβλέψιμη, καθώς η επιτήρηση είναι θεσπισμένη με το Παρατηρητήριο, που ελέγχει την κατάρτιση και την υλοποίηση των προϋπολογισμών και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας. 

Δεύτερον, με την καθιέρωση νέων πεδίων αναπτυξιακής δράσης (δηλ. εξυπηρέτησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας) και επέκτασης της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δήμων. Τα πεδία είναι πολλά: ενέργεια, απορρίμματα, δίκτυα, ύδατα, ΑΠΕ, κοινή ωφέλεια, δημόσια αγαθά, αειφορία…  Με νέα εργαλεία, όπως η ίδρυση νομικών προσώπων και αναπτυξιακών ανωνύμων εταιριών επιχειρηματικού χαρακτήρα που θα προσελκύουν κεφάλαια, θα διαχειρίζονται προγράμματα και χρηματοδοτήσεις είτε από εθνικά κεφάλαια είτε από ευρωπαϊκά, με τον σκοπό προώθησης των πολιτικών του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου σε όλους τους τομείς. Ενοείται ότι η “αξιοποίηση” των τοπικών φυσικών πόρων ή περιοχών ή εγκαταστάσεων, σημαντικής τουριστικής ή αναπτυξιακής αξίας, δεν πρόκειται να έχει στο επίκεντρο την απόλαυση των φυσικών αγαθών από τους δημότες αλλά μια νέα ληστρική επιδρομή στη φύση, στους φυσικούς πόρους, στα κοινωνικά αγαθά, στην πολιτιστική κληρονομιά και στα συνδεδεμένα με αυτά δικαιώματα. Κι επειδή αυτοί οι φυσικοί πόροι βρίσκονται σε αποκεντρωμένες περιοχές της χώρας και σε φτωχούς δήμους, το πρόγραμμα “Κλεισθένης” προβλέπει την ανάθεση στις εταιρείες… μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «Μονάδες Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ.Α.Ε.)» την παροχή υπηρεσιών στις διαδικασίες εκπόνησης, ανάθεσης και επίβλεψης μελετών για τα υπό εκπόνηση έργα. Το να πουλάς συμβουλευτική και τεχνογνωσία, τουτέστιν προσαρμογή με τις επιταγές του κεφαλαίου της Ε.Ε., έστω και υπό τον μανδύα του εναλλακτισμού, της καινοτομίας, της βιωσιμότητας ή της αειφορίας, είναι κι αυτό ένα νέο πεδίο κερδοφορίας καθαυτό!

 Τρίτον, δημιουργούνται μια σειρά επιτροπές, θεσμικοί ρόλοι, μια δεξαμενή στελεχών του αυτοδιοικητικού και εντέλει κρατικού τομέα. Επιτροπές ελέγχου, επιτήρησης, εποπτείας, αλλά και συμβουλευτικής, διαβούλευσης, διαμεσολάβησης, παροχής τεχνογνωσίας. Αν και φαινομενικά αυτό δεν σχετίζεται με τα ζητήματα της πολιτικής λειτουργίας και των πολιτικών αποφάσεων των ΟΤΑ, εντούτοις στην πραγματικότητα πρόκειται για θεσμικών προδιαγραφών εργαλεία που θα προσπαθούν να επιβάλλουν τις βασικές κατευθύνσεις που πρέπει να τηρεί ο διοικητικός μηχανισμός, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα των πολιτικών αποφάσεων, που μπορεί να προκύπτουν είτε ως αποτέλεσμα κινηματικών πιέσεων, για παράδειγμα, ή πολιτικών διαφοροποιήσεων. Θα κληθούν να λειτουργούν ως δικλείδες διασφάλισης των κατευθύνσεων και διόρθωσης παρεκκλίσεων.  

Τέταρτον, τα ζητήματα της πολιτικής συγκρότησης και λειτουργίας της αυτοδιοίκησης. 

Καθιερώνεται, λοιπόν, η απλή αναλογική. Η κριτική που δέχθηκε το εκλογικό σύστημα και η συγκρότηση των οργάνων με βάση το πρόγραμμα Καλλικράτης, που αποτελεί και τον δικαιολογητικό λόγο για τις αλλαγές που φέρνει ο Κλεισθένης, είναι ότι στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της επιχειρησιακής αυτοδυναμίας, υποβαθμίζει μέχρι λειτουργικού εκμηδενισμού, σχεδόν, κάθε έννοια αντιπροσωπευτικότητας στην έκφραση του εκλογικού σώματος! Τόση άμεση δημοκρατία όμως σε τόσο διαλυμένη χώρα είχαμε καιρό να δούμε και μάλιστα και στον β’ βαθμό! Ένα δίκαιο, με την έννοια της αναλογικότητας και της ισότητας, εκλογικό σύστημα που θα στελεχώσει έναν τομέα που χαρακτηρίζεται ως τοπικό κράτος που εφαρμόζει πολιτικές της Ε.Ε!! 

Ο σκοπός εδώ είναι, πάλι, ότι το όλο σύστημα (και για να επιτελεί με επιτυχία τους σκοπούς που προαναφέρθηκαν) πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει πολιτική νομιμοποίηση. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται κάποια στάδια. Καταρχήν για τη συμμετοχή στις “με απλή αναλογική εκλογές” θα πρέπει να εκπροσωπείς ικανό αριθμό δημοτών, σχέση που θα εκφράζεται με τον μεγάλο αριθμό απαιτούμενων υποψηφίων για τη συγκρότηση νόμιμου ψηφοδελτίου. Αντιδημοκρατικό; Αντιπροσωπευτικότητα είπαμε! Η λογική της εκλογικής καταγραφής και της αντιμετώπισης των δημοτικών θεσμών ως βήμα καταγγελίας δεν έχει θέση στη λογική που διαπνέει το νέο τρόπο λειτουργίας. Μετά την εκλογή με απλή αναλογική, δεν γίνεται το όργανο που θα συγκροτηθεί να είναι εκτεθειμένο στην… πολιτικοποίηση, δηλαδή στη διατήρηση χαρακτηριστικών “αντιπολίτευσης” αλλά ούτε και “συμπολίτευσης”. Τόση δημοκρατία! Απαιτείται να τα αποβάλει για να μπορεί να λειτουργήσει στην κατεύθυνση του τοπικού κράτους. Θα καλούνται λοιπόν οι πολιτικές δυνάμεις που θα εκλέγονται να αποδέχονται ρόλους όχι απλώς εκπροσώπευσης και ανάθεσης αλλά να γίνουν μέρος ενός διοικητικού μηχανισμού, όπου οι μόνοι ρόλοι που μπορεί να έχουν είναι είτε της στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής και της ανάληψης ευθύνης για την προώθησή της, μέσω της προγραμματικής σύγκλισης, είτε της συνδιαχείρισης μέσω της σύνθεσης, της βελτίωσης και του εξωραϊσμού του τοπικού κράτους. Όλα αυτά έχοντας εκλεγεί με απλή αναλογική. Το σύστημα ορθά έχει διαβλέψει ότι πρέπει να προστατευθούν ο εκάστοτε περιφερειάρχης και ο εκάστοτε δήμαρχος από το να λούζονται όλη την ευθύνη για φωτιές, πλημμύρες, σκουπίδια και άλλα προβλήματα που τους φορτώθηκαν από το κεντρικό κράτος. Μερίδιο ευθύνης πρέπει να αποκτήσει η κοινωνία (συλλήβδην) η οποία μέσω της απλής αναλογικής έχει, άλλωστε, ήδη εκφραστεί και εκπροσωπείται! Μπορεί να πει κανείς όχι;! Ας ελεγχθούν οι πολιτικοί της εκπρόσωποι υπό το πρίσμα όμως των προβλημάτων αλλά και του τι πρότειναν γι’ αυτά, τι έκαναν γι’ αυτά, πόσο συμμετείχαν στη σύνθεση των λύσεων γι’ αυτά… Όχι στείρα αντιπολίτευση κύριοι… 

Προφανώς τα παραπάνω διαγράφουν την “κοινωνία των πολιτών”. Και προφανώς οι σχολιασμοί απευθύνονται σε εκείνους εκ της αριστεράς που θεωρούν ότι υπάρχουν περιθώρια για φιλολαϊκούς δήμους αλλά και σ’ εκείνους που χαμήλωσαν την ένταση της κριτικής τους ενάντια στον Κλεισθένη, ενόψει της φρούδας ελπίδας που καλλιεργεί αυτή η απλή αναλογική και οι διαδοχικές εκλογές που διαφαίνονται! Καταρχήν και από συστημική άποψη, την οποία υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλουν να κατοχυρωθεί και θεσμικά η δήθεν “συμμετοχική κοινωνία” ή η “κοινωνία των πολιτών”. Αυτή δηλαδή όπου και λόγο έχει (!) και προτάσεις έχει (!) και συνεργάσιμη (!) είναι.  Σε αντίθεση με εκείνες τις κοινωνίες αγώνα, που έχουν αντιρρήσεις για το πού θα πάνε τα σκουπίδια, που σηκώνουν αντιστάσεις για τη λεηλασία της φύσης σε όφελος της επιβαλλόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας, που αρέσκονται να συγκροτούν επιτροπές αγώνα και κινηματικού και πολιτικού χαρακτήρα σχήματα για ψύλλου πήδημα, που προτάσσουν τις ταξικές αντιθέσεις και δεν βλέπουν το διαταξικόν του πράγματος. 

Τα παραπάνω εξυπηρετούν και οι διάφοροι περιφερειακοί και δημοτικοί θεσμοί διαβούλευσης αλλά και τα δημοψηφίσματα. Μέσω καταλόγου στον οποίον οι επιθυμούντες θα εγγράφονται, οι επιτροπές θα διατυπώνουν γνώμη επί του προσχεδίου του προϋπολογισμού, δηλαδή συνδιαχείριση και συνδιοίκηση, και θα εισηγούνται περί των δημοψηφισμάτων. Ας μην επεκταθούμε στο ότι υπάρχει πλέον τεχνογνωσία για το πώς τα όχι γίνονται ναι. Ας σταθούμε σε μια μικρή αυταπάτη: οι κοινωνίες δεν μπορούν  να προετοιμάζονται ταυτόχρονα να δώσουν αγώνες τύπου Σκουριών ή Κερατέας ή και πιο σκληρούς και ταυτόχρονα να προετοιμάζονται για εισηγήσεις για δημοψήφισμα στο ίδιο θέμα. Όποιος βλέπει τέτοια συνύπαρξη, δεν έχει αντιληφθεί τον βαθμό διάχυσης του ρόλου της συνδιαχείρισης και της συναίνεσης -και εντέλει της πειθάρχησης- στο αποκεντρωμένο-ενισχυμένο τοπικό κράτος υπό δημοκρατική νομιμοποίηση! 

Κεντρική στόχευση, λοιπόν, να επιτευχθεί μια μακράς πνοής και συνεκτική οργάνωση της δημοτικής εξουσίας. Έχουμε εδώ, λοιπόν, μια αντιδημοκρατική χρήση ενός δίκαιου, με τη γενική έννοια, εκλογικού συστήματος, που θα χρησιμοποιηθεί για την αντιδημοκρατική θωράκιση τοπικού μηχανισμού εξουσίας και για την απόσπαση της συναίνεσης των πολιτών. Περαιτέρω, με τα προβλήματα που έχουν οι τοπικές κοινωνίες σε συνδυασμό και με τη δυσκολία εξεύρεσης πόρων και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, το σύστημα αντιλαμβάνεται πως δεν το ευνοεί να υπάρχει πολιτικός κατακερματισμός των συστημικών δυνάμεων στο τοπικό πεδίο εφαρμογής της κρατικής πολιτικής. Ο νέος τρόπος συγκρότησης δημοτικών συμβουλίων που προβλέπει ανάθεση καθηκόντων αντιδημαρχίας και σε δημοτικούς συμβούλους προερχόμενους από άλλες δημοτικές παρατάξεις (πλην εκείνης του εκλεγέντος δημάρχου) καθώς επίσης και η δυνατότητα ανεξαρτητοποιηθέντος μέλους ή διαγραφέντος από την παράταξη με την οποία εκλέχθηκε, να μπορεί να εντάσσεται σε άλλη παράταξη, αυτόν το σκοπό υπηρετεί. Το αν θα υπάρχουν περιπτώσεις πολιτικού αμοραλισμού και πολιτικής εξαγοράς, αναμενόμενο είναι.  

Η αναδιάρθρωση του Κλεισθένη δεν υπαγορεύθηκε από λόγους εξασφάλισης πολιτικής κυριαρχίας του ΣΥΡΙΖΑ, που τον ψήφισε, ενόψει των επικείμενων εκλογών. Ασχέτως αν στην παρούσα συγκυρία η απλή αναλογική εξυπηρετεί την ένδεια του ΣΥΡΙΖΑ στον τομέα της τοπικής πολιτικής εκπροσώπησης, άρα και του στησίματος μηχανισμού στην τοπική αυτοδιοίκηση, τουλάχιστον του πρώτου βαθμού. Σκοπός που προσπαθήθηκε να εξυπηρετηθεί με τη μεταπήδηση της Δούρου στην Περιφέρεια. Είναι εκμεταλλεύσιμη όμως η συγκυρία της απονομιμοποίησης της πολιτικής εκπροσώπησης, όπως προαναφέρθηκε, και όσο και αν η τοπική αυτοδιοίκηση δεν θα λέγαμε ότι είναι το πεδίο του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις επιχειρεί και μέσω συμμαχιών, υποστηρίξεων να διαμορφώσει συσχετισμούς υπέρ του. Σε κάθε περίπτωση όμως, η δυνατότητα συγκρότησης των δημοτικών συμβουλίων με αντιδημάρχους προερχόμενους από άλλες παρατάξεις και όχι αναγκαστικά από την  πλειοψηφούσα, ανοίγει και το πεδίο διαχείρισης των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Εν κατακλείδι ως προς το ζήτημα της απλής αναλογικής. Η θεωρητικά μεγαλύτερη ευκολία κατάληψης έδρας σε δημοτικό συμβούλιο ή η εκλογή περισσότερων συμβούλων με βάση ένα σύστημα απλής αναλογικής δεν είναι ευθέως ανάλογη με τη δυνατότητα μέσα από τους αυτοδιοικητικούς αυτούς θεσμούς για ανεξάρτητες απ΄ αυτούς κινηματικές και φιλολαϊκές λύσεις. Πρώτον, επειδή τα περιθώρια παρέμβασης με την πιθανότητα της ανατροπής αντιλαϊκών λύσεων δεν υπάρχουν στα όργανα των δήμων. Η παρέμβαση αυτή κατά κύριο λόγο οικοδομείται με αντι-συσπειρώσεις έξω από τους θεσμούς, στο κινηματικό πεδίο και υπό την προϋπόθεση υπερνίκησης εκ μέρους των κινημάτων και της αριστεράς, των αυταπατών που καλλιεργούνται από το σύστημα ή ενυπάρχουν σε απόψεις οργανώσεων της αριστεράς ως τρος την επιτυχία της συμμετοχής, της διαβούλευσης αντί της στείρας άρνησης (έτσι την ονομάζουν). Το ζήτημα ακόμα είναι ότι εδώ και μεγάλο διάστημα η αριστερά δεν τα έχει καταφέρει παρά σε επίπεδο αυτοσυντήρησης στο τοπικό επίπεδο. Ας μην αναφέρουμε περιπτώσεις όπου αποδεκατίστηκε απ΄αφορμή συμμαχίες με διαχειριστικές ή συνδιαχειριστικές λογικές που, υποτίθεται, θα αντιπαλεύονταν. Κινήματα πάνω σε τοπικά ζητήματα που δεν μπόρεσαν να οικοδομηθούν με όρους μαζικής πλαισίωσης, συμφωνίας και κατανόησης στόχων, μέσων πάλης, τακτικής και οργάνωσης του αγώνα δεν θα ευνοηθούν με την ανάδειξη σε εκλόγιμες θέσεις αγωνιστών των κινημάτων. 

Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένο ότι δεν επιχειρήθηκε στα σοβαρά και συστηματικά η ενημέρωση του κόσμου των δήμων και των γειτονιών, σε πρώτη φάση, για τις επερχόμενες αλλαγές ούτε έγινε κάποια προσπάθεια συγκρότησης λαϊκών κινηματικών αντιστάσεων απέναντι στους νέους θεσμούς υλοποίησης των αντιλαϊκών πολιτικών και απόσπασης συναίνεσης, πέρα από έναν γενικό αντιπαραθετικό λόγο και αυτό σε επίπεδο μιας ανάλυσης δημοσιευμένης σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, η αριστερά θα έχει πρόβλημα αν έχει πάει να δώσει μια μάχη συμμετοχής χωρίς προηγουμένως να έχει θέσει σε σοβαρή κριτική και αντιπαράθεση αλλά και σε αυτοκριτική το ζήτημα του πώς και γιατί χρησιμοποιείται η απλή αναλογική στις εκλογές αυτές. Με άλλα λόγια, και η συζήτηση για το ποια τα όρια της παρέμβασης στους δήμους και στις περιφέρειες, για το αν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση σε επίπεδο δήμων και περιφερειών που αποτελούν τοπικό κράτος έχει ανοίξει.    

Άκυρο στις εκλογές για περιφερειακή διοίκηση, Λευκό στις εκλογές για Δήμους/τοπικά συμβούλια. 

Advertisements
This entry was posted in πολιτική and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές 2019

  1. Ο/Η Διονύσης Περδίκης λέει:

    Εγώ δεν καταλαβαίνω κάτι.
    Μια αριστερή/κομμ. δύναμη με ισχυρή εκπροσώπηση σε ένα δημοτικό συμβούλιο, υπό τις νέες συνθήκες, θα έχει τις εξής δυνατότητες:
    α. κάποια λίγα ζητήματα στα οποία μπορεί να υπάρξει συναίνεση και από άλλες δυνάμεις, να τα προχωρήσει,
    β. στα περισσότερα, να επιχειρήσει με την αρνητική της ψήφο να τα καθυστερήσει/σταματήσει.
    Το γεγονός ότι αυτό μπορεί να φέρει μια γενική κωλυσιεργία στο δημ. συμβούλιο λόγω της απλής αναλογικής ή την παρέμβαση των μηχανισμών επιτήρησης, απλά τονίζει τη σημασία που έχει η οργάνωση του λαϊκού κινήματος σε τοπικό επίπεδο, για τη διεξαγωγή αυτών των μαχών, πρώτα ως κινηματικών μαχών, και μόνο σε δεύτερο επίπεοδ, ως μαχών μέσα στους θεσμούς.

    Αυτό ισχύει γενικά, όμως, για το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα, ειδικά στη σημερινή εποχή. Δεν καταλαβαίνω γιατί ισχύει περισσότερο για τους δήμους και όχι πχ για τη μνημονιακή βουλή…

    Ακόμη, όμως, και αν ίσχυαν όλα αυτά, προς τι το Λευκό και το Άκυρο, και όχι η πλήρης αποχή/μη συμμετοχή; Επιπλέον, γιατί να διαφοροποιείται η στάση μας στις βουλευτικές εκλογές; Αφού ούτε εκεί υπάρχουν περιθώρια «αυτοδιαχείρισης»;

    Εν τέλει, συμφωνώ ότι οι δημοτικές εκλογές πρέπει να αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα της οργάνωσης των αγώνων στο τοπικό επίπεδο, ειδικά από τη στιγμή που το επίπεδο αυτό αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία λόγω της αυξημένης ανεργίας, και της διάλυσης του εργ. κινήματος, την ίδια ώρα, μάλιστα, που η τοπική εξουσία αποκτά όλο και μεγαλύτερες αρμοδιότητες που σχετίζονται με κοινωνικές υπηρεσίες, αυξάνει την αυτοτελή της φορολογία κοκ.
    Τα σχήματα της Κομμ. Αριστεράς πρέπει να συνδέονται με επιτροπές αγώνα και αλληλεγγύης σε τοπικό επίπεδο, και οι μάχες να δίνονται πρώτα στον δρόμο, και μετά στο οποιοδήποτε δημ. συμβούλιο, το οποίο να αξιοποιείται για την υποστήριξη των αγώνων αυτών. Αυτό ισχύει ακόμη και στις ελάχιστες περιπτώσεις που μπορει να αναδειχθεί πρώτη δύναμη η Κομμ. Αριστερά.

    Η επέμβαση των δικαστικών μηχανισμών, όπως έδειξε και η περίπτωση του Πελετίδη, μπορεί να εντείνει την ταξική πάλη στο επίπεδο αυτό, αλλά δεν πρέπει να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για μας. Ίσα-ίσα, μια τέτοια συνθήκη είναι μάλλον ευνοϊκή για την ανάπτυξη των αγώνων.

    • Ο/Η Κ. Κ λέει:

      Πρώτα απ΄όλα, συγνώμη για την καθυστέρηση της απάντησης, αλλά δεν ήταν εύκολο καθώς υπήρχε φόρτος εργασίας.

      Σχετικά με το πρώτο. Ένα παράδειγμα: Σε όλους τους νότιους δήμους της Αττικής (Αλίμου, Ελληνικού – Αργυρούπολης, Γλυφάδας, Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης) από την πρώτη Κυριακή έχουν εκλεγεί δήμαρχοι της δεξιάς με ποσοστά από 70% έως 80% περίπου. Αυτό δεν εξηγείται μόνο απ΄το γενικό εκλογικό ρεύμα. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα με “επενδύσεις”, με την “αξιοποίηση” δημόσιων χώρων και εν γένει την “ανάπτυξη του παραλιακού μετώπου. Ενδεικτικά: Πρώην Αεροδρόμιο Ελληνικού, Αστέρας Βουλιαγμένης, Αστέρια Γλυφάδας, Κάμπινγκ και Πλαζ Βούλας, είναι τα μεγαλύτερα φιλέτα.

      Οι δήμαρχοι που εξελέγησαν θα κληθούν να τα υλοποιήσουν. Άλλωστε το επιθυμούν διακαώς και διαγκωνίζονται γι αυτά από το 2014, ειδικά οι τρεις που εμπλέκονται στη Ελληνικό (Γλυφάδας, Αλίμου και Ελληνικού – Αργυρούπολης). Συνεπώς αυτά με τις καθυστερήσεις και τις κωλυσιεργίες στα δημοτικά συμβούλια είναι φρούδες ελπίδες. Δεν χρειάζονται ούτε καν συναίνεση από άλλες παρατάξεις. Συναίνεση την οποία έχουν ούτως ή άλλως από όλες τις άλλες παρατάξεις των δεξιών, των πασόκων, των συριζέων, πλην των δημοτικών συμβούλων που πρόσκεινται στη Λαϊκή Συσπείρωση (ΚΚΕ) και στην παράταξη Άνω Κάτω στο Καλαμάκι (Άλιμος), που είναι και οι μόνες που έχουν εκλέξει συμβούλους στους δήμους αυτούς (αν δεν κάνω λάθος). Άρα…..

      Σχετικά με το δεύτερο. Προσωπικά κανένα πρόβλημα με την Αποχή, προφανώς και είναι πιο ορθή πολιτικά ψήφος. Η ορθότητά της θα φανεί όσο θα υλοποιούνται από την περιφέρεια οι αντιλαϊκές πολιτικές. Και η πολιτική νομιμοποίηση που έχει ακόμη η συμμετοχή στις εκλογές για Περιφέρεια θα χάνεται. Είναι δηλαδή ζήτημα όχι απλώς κριτικής αλλά αντιπαλότητας που έχει δεχθεί η συμμετοχή στις εκλογές για περιφέρεια, έτσι ώστε να απονομιμοποιηθεί. Εννοείται ότι η αποχή από τις εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο είναι πιο ριζωμένη στην πολιτική συνείδηση του κόσμου απ’ της Περιφέρειας. Να πω ακόμη πως σε αυτές τις εκλογές η σύμπτωση των δύο καλπών (ευρωβουλής και περιφέρειας) στα εκλογικά τμήματα με την ένδειξη Α των καλλικρατικών δήμων ευνοούσε πρακτικά τη στάση της αποχής. Στα τμήματα όμως με τριπλές κάλπες ή με τέσσερις δεν προέκυπτε η αποχή με την ευκολία όπως στα άλλα τμήματα. Άρα, εκ των πραγμάτων σε κάποιους δήμους (π.χ. Βύρωνα, Περιστέρι, Καισαριανή, κ.λπ.) κάποιοι άνθρωποι που θα ήθελαν να ψηφίσουν αριστερά δημοτικά σχήματα της εκτός των τειχών αριστεράς ή του ΚΚΕ θα δυσκολεύονταν να κάνουν αποχή απ την περιφέρεια, οπότε μόνη λύση, ας πούμε, ήταν το άκυρο. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να έχει γραφτεί στο κείμενο Ακυρο/Αποχή από την Περιφέρεια, που είναι και άποψη του συντάκτη του κειμένου. Εννοείται το να λες ότι κάνεις αποχή από την περιφέρεια χωρίς να δίνεις την μάχη αυτή, επειδή γενικώς βολεύει ο τρόπος ψηφοφορίας με την διάσπαση των εκλογικών τμημάτων σε α και β, αυτό ναι μεν πρακτικά είναι αποχή αλλά δεν έχει και τον χαρακτήρα της πολιτικής μάχης της αποχής, η οποία απαιτεί περισσότερη και ειδικότερη πολιτική δουλειά.

      Το λευκό είναι επειδή όταν δεν κατεβαίνεις, τι νόημα έχει να προτείνεις το τάδε ή το δείνα:

      Με τις βουλευτικές καμία σύγκριση. Κατ’ αρχήν οι εκλεγμένοι δεν είναι κρατικοί υπάλληλοι ενός μηχανισμού, έστω αιρετοί. Επίσης υπό την έννοια του βήματος καταγγελίας, η βουλή είναι πιο “εύκολη” από την περιφέρεια. Καθαρός πολιτικός λόγος, καθαρή πολιτική αντιπαράθεση.

      Κ.Κ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s