Εν ονόματι του λαού …για τον λαό

Επ’ αφορμή τον διάλογο που άνοιξε στα σχόλια κάτω από το περυσινό άρθρο για το πραξικόπημα στην Τουρκία, αναδημοσιεύουμε ένα παλιότερο κείμενο του Χρ. Μ. (2013) που θίγει ακριβώς το κεντρικό θέμα του διαλόγου: τη χρήση και κατάχρηση της λέξης «λαός» που έχει φτάσει να αντικαθιστά και τη στοιχειώδη ταξική αναφορά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. 

του Χρ. Μ.

λαός ο [laós]: σύνολο ανθρώπων που αποτελούν ενότητα με βάση ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ή συνεκτικά στοιχεία. 1α. οι κάτοικοι μιας χώρας, πόλης, περιοχής· πληθυσμός || το σύνολο του πληθυσμού ενός κράτους β. οι κάτοικοι, οι πληθυσμοί ευρύτερων περιοχών. 2. οι κάτοικοι καθορισμένου χώρου με κάποια κοινά στοιχεία (ιστορία, παραδόσεις, έθιμα, θεσμούς, συνείδηση κ.ά.). 3. το τμήμα του πληθυσμού, των πολιτών που δε μετέχει στη διεύθυνση της κοινωνίας και στην άσκηση της εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το κράτος, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του || οι υπήκοοι 4. οι κοινωνικές τάξεις που χαρακτηρίζονται από μικρό εισόδημα ή και χαμηλό μορφωτικό, πολιτιστικό επίπεδο· κοσμάκης. [λόγ. < αρχ. λαός]

από την ηλεκτρονική έκδοση του Λεξικού Τριανταφυλλίδη

Οι αριστεροί και οι συνοδοιπόροι τους σίγουρα μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους σειρά από περιστάσεις στις οποίες ανέγνωσαν ή άκουσαν αναφορά/επίκληση στη λέξη λαός και τα παράγωγά της. Λέξη και όχι όρο γιατί αυτό το εμπειρικό σημείωμα πραγματεύεται ακριβώς αυτό. Την κενότητα όσον αφορά τη χρήση της λέξης (και) στο πολιτικό πεδίο.

Στην πρόσφατη δίδυμη εκλογική αναμέτρηση ο γράφων είχε την ευκαιρία περιδιαβαίνοντας την πρωτεύουσα να διαβάσει προεκλογικά συνθήματα σε αφίσες, προκηρύξεις και έντυπα όσο και να ακούσει σε προεκλογικές ομιλίες την επίκληση στο λαό, για τη μεταπολίτευση του λαού, τη λαϊκή εξουσία, το δρόμο του λαού, τις λαϊκές ανάγκες, για τη λύση που θα δώσει ο λαός κτλ. Αλλά και στην πορεία της αριστεράς δεν ήταν λίγες οι φορές που ανέκυπτε ως όνομα εντύπου ή και πολιτικής οργάνωσης Λαϊκή Πάλη, Λαϊκή Φωνή, Λαοδημοκρατική, Λαϊκή Ενότητα, Λαϊκός Δρόμος, Λαϊκοί Αγώνες κτλ.

Αυτό όμως που συμπεραίνεται από μια εμπειρική έστω προσέγγιση είναι η παντελής απουσία στο λόγο και στα γραπτά της αριστεράς του τι ορίζεται ως λαός. Στην καλύτερη τον περιπτώσεων ο λαός ορίζεται ως το ένα τμήμα ενός διπόλου, αστική τάξη/λαός, ολιγαρχία/λαός, με εξίσου γενικό, θολό ή ανύπαρκτο ορισμό του άλλου μέρους του διπόλου. Η κοινοτυπία αυτή της κενότητας έγινε επανειλημμένα πάθημα αλλά ουδέποτε μάθημα και εάν την πρώτη φορά το πλήγμα ήρθε από τη σοσιαλδημοκρατία με τη μορφή του ΠΑΣΟΚ σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης ο κίνδυνος έρχεται από το νεο-φασισμό/νεο-ναζισμό.

Η αριστερά εν ολίγοις έχει (έστω διακηρυκτικά) ως στόχο ή σκοπό να εκφράσει μια κοινωνική ομάδα (ή ένα άθροισμα κοινωνικών ομάδων) ή θεωρεί πως η όποια αλλαγή θα γίνει με κινητήρια δύναμη την προαναφερθήσα ομάδα την οποία αδυνατεί να ορίσει. Ως εκ τούτου, παραμένει χωρίς συγκεκριμένο ακροατήριο με μια εξίσου γενικόλογη φρασεολογία, ένα προγραμματικό λόγο που απευθύνεται σε όλους και σε κανένα και στο τέλος της φταίει ο…λαός που δεν την ακολουθεί.

Ενώ διαρρυγνύει τα ιμάτιά της για την επιστημονικότητα του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και του κάθε -ισμού τον οποίο αυτή θεωρεί ως ορθό, η ίδια είτε αγνοεί, είτε υποτιμά, ή ακόμη και απορρίπτει την ανάγκη της επιστημονικής ανάλυσης και προσέγγισης των ζητημάτων προκειμένου να περάσει από το γενικό(λογο) στο ειδικό, από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Έτσι περνάει πολλές φορές σε μια θρησκευτικού τύπου πίστη ότι η ιστορία θα τη (μας) δικαιώσει.

Οι παροικούντες τη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα η φοιτητική αριστερά του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης της περασμένης δεκαετίας πιθανό να ενθυμάται τα αίτια και τις ρίζες της διάσπασης και διάλυσης της Χριστιανικής Φοιτητικής Δράσης η οποία σε κάποιες σχολές π.χ. Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης είχε υποκαταστήσει μέχρι και την παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, ΔΑΠ-ΝΔΦΚ. Η εν λόγω παράταξη διαλύθηκε για ιδεολογικούς λόγους. Συγκεκριμένα η μια τάση υποστήριζε ότι αφού τα πάντα ήταν θέλημα θεού δεν συνέτρεχε λόγος συνδικαλιστικής παρέμβασης, λόγω του προκαθορισμένου της πορείας/εξέλιξης των πραγμάτων. Ενώ η άλλη τάση η οποία υποστήριζε το συν Αθηνά και χείρα κίνει, χωρίς όμως να πείσει και ως εκ τούτου η Χ.Φ.Δ. πέρασε στην λήθη με τα αλυσοδεμένα, σαν κατάδικος του περασμένου αιώνα, ταμπλό της να μας υπενθυμίζουν πως κάποτε υπήρξε κι αυτή.

Έτσι, η κυρίαρχη τάση της αριστεράς σήμερα θεωρεί πως λίγο-πολύ θα εμφανιστούν οι λαϊκές μάζες, θα βγουν στο προσκήνιο και θα αλλάξουν το ρου της ιστορίας. Όταν γίνει αυτό με ένα εξίσου μεταφυσικό τρόπο θα ακολουθήσουν τη (δική της προφανώς) “σωστή γραμμή”.

Η υπερταξική ή αταξική θεώρηση του λαού ως κάτι συγκεχυμένο και απροσδιόριστο πέρα από μια προχειρότητα κάθε λογής προσέγγισης που διαπερνάει κάθετα και οριζόντια την ελληνική κοινωνία φρονώ πως έχει και πολιτικές σκοπιμότητες. Η τέτοια χρήση του “όρου” υπηρετεί κάθε φορά την εκάστοτε πολιτική γραμμή. Είτε αυτή θεωρεί πως πρέπει να επιδιωχθεί μια διευρυμένη κοινωνική συμμαχία με μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα είτε πως αφορά μόνο την εργατική τάξη (που επίσης ορίζεται κατά το δοκούν) ο λαός όλα τα χωράει και όλα τα αποκλείει κατά πως βολεύει την ανάλυση/γραμμή της στιγμής. Έτσι ο λαός αποτελεί μια πλαστελίνη που πλάθεται κάθε φορά από τον χρήστη του όρου κατά πως τον βολεύει. Η τέτοια αντιμετώπιση του όρου αγνοούσε ή υπέθετε πως μόνο η αριστερά θα συνέχιζε να θέτει το ζήτημα του λαού κι ως εκ τούτου δεν διέτρεχε κίνδυνο απώλειας της επιρροής/ψήφων της στα λαϊκά στρώματα το αντίθετο μάλιστα πως η ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου θα της αποκόμιζε σίγουρα ωφέλη.

Τον τελευταίο χρόνο με την εμφάνιση του διαταξικού πλήθους στις πλατείες στο οποίο παρενέβαιναν, σχεδόν όλοι, οι πολιτικοί χώροι και φορείς με αταξικά/υπερταξικά χαρακτηριστικά και τακτικές είχε μια σειρά από αποτελέσματα που μόνο ευνοϊκά δεν είναι για την αριστερά και τη σχέση της με το λαό. Η εμφάνιση και ενδυνάμωση από εθνικές και πατριωτικές έως και ανοιχτά νεοναζιστικές δυνάμεις και φορείς με ερίσματα σε μέχρι πρότινως προνομιακές περιοχές για την αριστερά, η αποπολιτικοποίηση του λόγου με ταυτόχρονη άνοδο ενός αντιαριστερού-αντικομμουνιστικού λόγου (όχι μόνο από τα πάνω αλλά κι από τα κάτω) έρχεται να πατήσει στο θολό λόγο της αριστεράς τόσο για το ζήτημα του λαού όσο και για το ζήτημα των από πάνω. Τόσο για τον φορέα της όποιας αλλαγής ευαγγελίζεται όσο και για το ποιος αποτελεί τον αντίπαλο. Βεβαίως παρά τα εκατοντάδες κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα της αριστεράς για την άνοδο του νεοναζισμού και συναφών ιδεολογημάτων δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη μου καμιά (αυτοκριτική) αναφορά στο θέμα. Οι πλατείες θεωρούνται εν συνόλω και a priori ως ένα μεγαλειώδες κίνημα το οποίο ο καθένας αναγνώσκει όπως θέλει ως είθισται άλλωστε, όπου κάποιοι βλέπουν άπο μια νέα μορφή οργάνωσης ως την αναγέννηση ή την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας και ταυτόχρονα προσπαθούν με την αναδημοσίευση κειμένων για τους Ναζί πως η εργατική τάξη και ο λαός – όπως τον εννοεί ο καθένας – είναι ξένο προς το ναζισμό.[1]

Σήμερα οι συνθήκες είναι τέτοιες που θεωρώ πως πρέπει με ωριμότητα να παραδεχθούμε τις αδυναμίες που έχουν οι μέχρι τώρα αναλύσεις και θεωρήσεις ακριβώς λόγω των επιφανειακών και γενικόλογων προσεγγίσεων και την αναγκαιότητα εμβάθυνσης στα όποια ζητήματα αποφασίζει ο καθένας να καταπιαστεί.

Είτε θα συνεχίσει η επιλογή χρήσης όρων όπως του λαού, στους οποίους προσδίδονται χαρακτηριστικά που δεν έχουν π.χ. ενιαιότητα, ή η πρόσδοση με ένα ντετερμενιστικό τρόπο ενός κοινωνικού ρόλου, π.χ προοδευτική/ριζοσπαστική/επαναστατική δύναμη, τον οποίο η ίδια η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει, είτε θα σταματήσει μια ιδεολογικού τύπου προσαρμογή της πραγματικότητας στην εκάστοτε ιδεοληψία προκειμένου να γίνουν κάποιες σοβαρές προσπάθειες ανάλυσης της πραγματικότητας με στόχο την αλλαγή της.

Όπως ανέφερε ένας φίλος πρόσφατα: Το ερώτημα “ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε” είναι μια μαλακία. Ο γιαλός είναι αυτός που είναι, εμείς αρμενίζουμε στραβά.

ΥΓ. Το κείμενο δεν είχε ως σκοπό τόσο το να πραγματευτεί τον ορισμό του ‘λαού’ παρά την θεωρητική ένδεια και την ευκολία χρήσης όρων εκ μέρους της αριστεράς.

[1] Επιλέγοντας βέβαια να μην αναφέρεται στην ταξική σύνθεση των Φαιοχιτώνων (SA), του Έρνστ Ρομ, που εξοντώθηκαν εν τέλει από τον Χίτλερ γιατί θα του χαλούσε την “θεωρία”.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s