Με αφορμή τις διώξεις των αγωνιζόμενων φοιτητών στη Ξάνθη

Θα μπορούσαν οι δυνάμεις των Αγωνιστικών Κινήσεων να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Ναι, έστω στο όριο των συγκεκριμένων τους δυνατοτήτων, θα μπορούσαν. Γιατί έχουν μόνιμα ως αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό τους την εναντίωση στην καθηγητική αυθαιρεσία και διατηρούν σταθερά ενεργό το μέτωπο ενάντια στους ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση. Γιατί, και παρά τις προ καιρού εκφρασμένες ταλαντεύσεις τους, βάση συσπείρωσής τους αποτέλεσε διαχρονικά η έμπρακτη εναντίωση στην εντατικοποίηση καθώς και η εκτός ενσωματωμένων πλαισίων παρέμβαση. Γιατί το ζήτημα έχει συντελεστεί στην Ξάνθη όπου η εκεί συγκρότησή τους έχει σχετικά μαζικά χαρακτηριστικά, ενεργή ενασχόληση και καίριο ρόλο με, και στα, κινηματικά γεγονότα, καθώς και γιατί, σε άμεση αλληλεξάρτηση με το προηγούμενο, η εκεί παρέμβασή τους περιλαμβάνει διατήρηση στη θεωρία και εφαρμογή στην πράξη της κατεύθυνσης του παλέματος της κοινής κινηματικής δράσης πάνω στο πρόβλημα, πέρα και πάνω από περιπτώσεις συγγραφής κοινών προκηρύξεων. Γιατί τέλος η ίδια η φύση του ζητήματος είναι ευνοϊκή για την ενεργοποίηση χαρακτηριστικών που ταιριάζουν με την γενικά ορθή πολιτική ανάλυσή τους, μακριά και ενάντια από το, και στο, στριφογύρισμα γύρω από τον εαυτό τους και τον ιδεολογικό τους γείτονα. Η δύναμη αυτή είναι «υποχρεωμένη» από την ίδια τη ρητορική και τον προπαγανδιστικό της λόγο να υπηρετήσει, με ρόλο πρωταγωνιστικό, υποθέσεις τέτοιου χαρακτήρα αν θέλει να ξεχωρίζει από δυνάμεις που συνεχίζουν αναζητούν, έστω και μερικά, απαντήσεις στην αντίθεση του περιεχομένου των σπουδών και σε συνδιοικητικά όργανα.

Θα μπορούσαν δυνάμεις αυτόνομων/αντιεξουσιαστικών συσπειρώσεων να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Ναι, υπό όρους, θα μπορούσαν. Το αντικατασταλτικό/αντιφασιστικό κομμάτι άλλωστε είναι μια από τις μόνιμες προτεραιότητές τους. Είναι αυτό στο οποίο έχουν δώσει τις πιο σημαντικές τους μάχες. Είναι αυτό με το οποίο “δεν μπορούν να μην ασχοληθούν μαζί του” και που δεν υπάρχουν προσχήματα τα οποία να είναι τόσο ισχυρά, κατά τις ίδιες, ώστε να μην το κάνουν. Ο χώρος αυτός έχει επιδείξει την ευαισθησία του σε τέτοια ζητήματα με αρκετά παραδείγματα διεξαγόμενης πάλης. Όπως βέβαια έχει επιδείξει και σειρά αδυναμιών σχετικής μονομέρειας ενασχόλησης με ζητήματα τέτοιας φύσης, υιοθέτησης πρακτικών έξω και πέρα από τις διαθέσεις του αγωνιζόμενου πλατύ κόσμου, ισχυρών τάσεων μόνιμης υποτίμησής του, αδυναμίας σύνδεσης του κάθε τρέχοντος ζητήματος με τις πραγματικές αιτίες που το γεννούν, άρνησης της συνεννόησης με άλλα κομμάτια του κινήματος κλπ. Τα αρνητικά χαρακτηριστικά στη στάση του σαφώς απορρέουν από το γενική πολιτική θεώρηση του χώρου, αλλά δεν μηδενίζουν την κινηματική του συμμετοχή, την αγωνιστική διάθεση και τη δυνατότητα να συμβάλλει στην πραγματοποίηση μιας μάχης αξιοπρέπειας.

Θα μπορούσαν δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά και δεν αναφέρθηκαν να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Ναι, έστω σε κάποιο βαθμό, θα μπορούσαν, καθεμία στο βαθμό που το επιλέξει και ανάλογα με την πολιτική της στοχοθεσία και την ποσοτική της δυνατότητα.

Η αναφορά σε μία σειρά από δυνάμεις έγινε για να καταδείξει την αναγκαιότητα να επιχειρηθεί να ανοίξει το ζήτημα σε και από όλες τις δυνάμεις που στη φρασεολογία τους εναντιώνονται στον καπιταλισμό, στον φασισμό και, επί του ειδικού, στην καθηγητική αυθαιρεσία. Κάτι που δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αυτοσκοπό, ή λύση, αλλά μόνο βήμα στην πορεία για την προσέγγιση του ουσιαστικού στόχου που είναι να ανοίξει το ζήτημα αυτό (αλλά και συνολικά τέτοιας φύσεως ζητήματα) σε πλατιές μάζες κόσμου, μέσα αλλά και έξω από τα πανεπιστήμια. Διότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους διωκόμενους, μόνο τις παρατάξεις ή τις πολιτικές τους συσπειρώσεις, αλλά το σύνολο των φοιτητών, το σύνολο της νεολαίας και εν τέλει τον ίδιο τον λαό που δέχεται συγχρονισμένα σειρά επιθέσεων στα δημοκρατικά δικαιώματά του, στις οικονομικές απολαβές του, στο μέλλον του και εν γένει στη ζωή του. Και ως εκ τούτου μόνο ως τέτοιο πρέπει και μπορεί να αντιμετωπίζεται. Το κύριο πρόβλημα, όπως και στο σύνολο σχεδόν των ζητημάτων, είναι η μη πλατιά και βαθιά συνειδητοποίηση ότι στην ουσία τους οι διώξεις γίνονται και ενάντια σε όλους τους προαναφερόμενους, μια συνειδητοποίηση που όσο σίγουρο είναι ότι είναι αναγκαία, άλλο τόσο και περισσότερο είναι βέβαιο πως δεν θα έρθει από μόνη της, μιας και υπάρχουν αδιάλειπτα ενεργοί πολλοί παράγοντες που συστηματικά την εμποδίζουν. Άρα η λύση μπορεί να προέλθει μόνο από την επίπονη οικοδόμηση παραγόντων / παραμέτρων που θα δρουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκεί εστιάζεται σημαντικό τμήμα της σημασίας της από κοινού κινηματικής δράσης όσων δυνάμεων δηλώνουν ότι πρεσβεύουν τα λαϊκά συμφέροντα, καθώς επίσης και της επιδίωξης επίτευξής της. Η μη συνειδητοποίηση της κοινής σημασίας, του κοινού συμφέροντος δεν είναι κάτι καινούργιο και η ανατροπή του καθόλου δεν είναι κάτι το εύκολο να επιτευχθεί. Θα έλεγα μάλιστα, για να τονίσω τη βαρύτητά του, ότι είναι το ζήτημα των ζητημάτων. Δεν υπάρχει καμία πραγματική βάση και καμία χρησιμότητα στο να αποδίδεται σε μοιρολατρικά αίτια ή, ακόμα χειρότερα, να αντιμετωπίζεται σαν μόνιμων χαρακτηριστικών γνώρισμα. Μια τέτοια αντιμετώπιση / πρόσληψή του, όσο αφορά οργανωμένες αριστερές πολιτικές δυνάμεις, καταδεικνύει άρνηση ανάληψης ενός έργου που η καθεμία για τον εαυτό της διατείνεται ότι έχει αναλάβει. Η μη συνειδητοποίηση της κοινής σημασίας, του κοινού συμφέροντος είναι μια υπόθεση με «πολύ παρελθόν και με πολύ μέλλον». Σχετίζεται με την επικράτηση του συστήματος στον ιδεολογικό τομέα, στην επικράτησή του στη μεγάλη αντιπαράθεση με τους λαούς και την κομμουνιστική τους πρωτοπορία τον 20ο αιώνα, με την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης, των λαϊκών συγκροτήσεων και αξιών, καθώς και της χρόνιας ενσωμάτωσης μεγάλου κομματιού της αριστεράς (με το τελευταίο να βρίσκεται σε άμεση αλληλεπίδραση με τα προηγούμενα). Δεν ανατρέπεται ούτε με ευχολόγια ούτε με αυτοπεριχαρακώσεις γύρω από κατάστρωση σχεδίων.

Υπάρχουν πολλά πρόσφατα παραδείγματα που καταδεικνύουν μεν από τη μία μεριά την αποσυγκρότηση, αλλά από την άλλη αποδεικνύουν τις αστείρευτες δυνάμεις και τις μεγάλες αντοχές του λαού όταν μπαίνει στη μάχη για τα δικαιώματά του. Πολύ πρόσφατα άρχισε η δίκη των κατοίκων της Χαλκιδικής που δικάζονται γιατί υπεράσπισαν τον τόπο τους ενάντια στην επιδιωκόμενη καταλήστευση και καταστροφή του από μια πολυεθνική εταιρία, επί της ουσίας από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό και, σε ρόλο δευτεραγωνιστή και ακριβοπληρωμένου “λαγού”, το ελληνικό κεφάλαιο. Η περίπτωση του αγώνα της Χαλκιδικής αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για την κατάδειξη μια σειράς «πραγμάτων». Δείχνει ότι δεν υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί ή «δεν θέλει» να παλέψει και πως αυτό το σχήμα θεώρησης είναι κατασκευασμένο από το σύστημα για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, αναδεικνύει τις τεράστιες δυνατότητες του κόσμου όταν ενωθεί γύρω από μια υπόθεση, όταν την κάνει δικιά του, και ότι αυτό είναι εφικτό  ακόμα και σε περιβάλλοντα που δεν δείχνουν (σε μία πρώτη ανάγνωση…) να πληρούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Καθώς και ότι τα πραγματικά ζητήματα δεν απαντώνται με ατομικές παραδειγματικές ενέργειες αλλά με μαζική κινητοποίηση αυτών που διάφοροι ατομικά αυτοπροσδιοριζόμενοι επαναστάτες συχνά χαρακτηρίζουν υποτιμητικά «νοικοκυραίους» και “κυρ Παντελήδες”. Δείχνει βέβαια ακόμα 3 πράγματα:

1. Το πώς η από πρόπερσι υποχώρηση του κινήματος οφείλεται στην επικράτηση αυταπατών (και στη συνέχεια απογοητεύσεων που αντικειμενικά αυτές έφεραν), στη μη ισχυρά συγκροτημένη ύπαρξη (και φυσιολογικά στη μη επικράτηση) ξεκάθαρης πολιτικής θέσης που θα προπαγανδίζει και έμπρακτα θα υποστηρίζει ότι η λύση στο όποιο πρόβλημα είναι αδύνατον να είναι γρήγορη, να προέλθει μέσω μιας κάλπης ή μέσω της κατασκευής κάποιου έξυπνου ή και πολύ έξυπνου σχεδίου / αντιπρότασης, αλλά αντίθετα βρίσκεται μόνο σε μια διαδικασία παρατεταμένης, επίπονης αντίστασης για την δημιουργία όρων ανάσχεσης της επίθεσης (σαν μοναδικό τρόπο για την οικοδόμηση προοπτικής ανατροπής της)

2. Πως ο αντίπαλος είναι ισχυρός και αποφασισμένος, πως έχει πολλά όπλα στην φαρέτρα του και άρα το άνοιγμα του ζητήματος πέρα από τον ειδικό χώρο που κάθε φορά εκδηλώνεται είναι κάτι το αναγκαίο και όχι κάτι που θα συμβαίνει παρεμπιπτόντως

3. Ότι σε κάθε ζήτημα όσο άμεση και επιτακτική να προβάλλει (και να είναι) η ανάγκη αντιμετώπισής του, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά σε βάθος χρόνου αν λείπει μια ανάλυση της πραγματικότητας που θα περιγράφει τον κόσμο όπως πραγματικά είναι και θα συνδέει το κάθε ειδικό ζήτημα με το γενικότερο

Όλα αυτά κατατίθενται κύρια για να τονίσουν τις υπαρκτές δυνατότητες της πάλης οι οποίες σε καιρούς κινηματικής νηνεμίας κρύβονται αλλά δεν εξαφανίζονται ακόμα και όταν τα πράγματα δείχνουν, ή ακόμα και είναι, «μαύρα και άραχλα», καθώς και την ταυτόχρονα υπάρχουσα ανάγκη παράλληλης ανάπτυξης πολιτικών θέσεων που θα πατούν στα πόδια τους έξω και κόντρα σε «επιλογές» που το σύστημα της εκμετάλλευσης «προσφέρει».

Advertisements
This entry was posted in πολιτική and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s