Με αφορμή τις διώξεις των αγωνιζόμενων φοιτητών στη Ξάνθη

Όσοι δηλώνουν πρεσβευτές της άρνησης της καταπίεσης, του φασισμού και της εκμετάλλευσης έχουν την αρμοδιότητα (αν όχι την υποχρέωση) να αναλάβουν το συντονισμό αυτής της υπόθεσης. Αν φαντασιωνόταν  κάποιος έναν κόσμο που δεν ήταν ο πραγματικός, θα μπορούσε να συνεχίσει λέγοντας ότι όλες όσες δυνάμεις δηλώνουν ότι ανήκουν στην αριστερά κατά πρώτον θα κινητοποιούνταν, και κατά δεύτερον θα συντονίζονταν, και θα συντόνιζαν, για την, και την, οικοδόμηση ενός τέτοιου μετώπου. Μέσα στα πανεπιστήμια και έξω από αυτά. Αν ο φανταστικός κόσμος αυτός όμως υπήρχε δεν θα περίμενε την ακραία συμπεριφορά ενός «κυρίου Παύλου» για να δηλώσει ενεργά παρόν. Θα είχε εκδηλωθεί συντονισμένα σε πιο σοβαρές πράξεις φασιστών και σε πιο κεντρικές πολιτικές επιλογές του συστήματος, στα μνημόνια, στις περικοπές, στην περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων (ο κατάλογος δεν έχει τέλος), και δεν θα περίμενε το κάθε φορά ετεροκαθοδηγούμενο κάλεσμα της κάθε, «εγκυμονούσας» κάλπης για να ψελλίσει προτάσεις καλέσματος για κοινές προσπάθειες οικοδόμησης κοινών (εκλογικών;) μετώπων. Αναφερόμενοι λοιπόν στον πραγματικό κόσμο εκτιμώ ότι θα έπρεπε να δούμε τι δεν γίνεται, γιατί δεν γίνεται και τι μπορεί και πρέπει να γίνει, ποιες πολιτικές δυνάμεις θα μπορούσαν και σε ποιο βαθμό να κινηθούν προς μία παρόμοια της προαναφερόμενης κατεύθυνση.

Θα μπορούσαν λοιπόν οι δυνάμεις της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Οι ερωταπαντήσεις δεν ξεκινούν φυσικά από τη νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ επειδή είναι αριστερή νεολαία, αλλά απλά γιατί αυτοχαρακτηρίζεται ως τέτοια. Την απάντηση βέβαια την έχει ήδη δώσει η ίδια η πραγματικότητα, αλλά ας προσθέσω σε αυτή και τη δική μου οπτική. Σαφώς και δεν θα μπορούσαν. Γιατί έχουν ταυτίσει το συμφέρον τους με αυτό της κυβέρνησης το οποίο είναι ταυτισμένο με τα συμφέροντα των Ελλήνων κεφαλαιούχων και των ιμπεριαλιστών προστατών τους, και τα συμφέροντα αυτά επιτάσσουν ένα και μόνο ένα μότο, αποδοχή και ησυχία. Φοβούνται την αναταραχή γιατί ξέρουν καλά πως αν ξεκινήσει μια φλόγα αντίστασης είναι πιθανόν, παρά την ύπαρξη ισχυρών “ζωνών προστασίας”, σε ένα κάμπο ξερό (που οι ίδιοι έχουν αποξηράνει από κάθε δικαίωμα και ελπίδα) να επεκταθεί και να μην μπορούν να τη μαζέψουν.

Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι για λόγους τακτικισμού, σήμερα ή «αύριο», θα μπορούσαν να κινηθούν σε κάποιο επίπεδο αντιτασσόμενοι σε μια ακραία συμπεριφορά, σαν αυτή του Παύλου, ακόμα και τότε θα αρνούνταν (όπως και διαρκώς και για κάθε ζήτημα κάνουν) την οποιαδήποτε σύνδεση του θέματος με την κυβερνητική πολιτική που το γεννά και το εκτρέφει. Και η αναγκαία αποστροφή απέναντι σε μία τέτοια άρνηση δεν είναι ένα ζήτημα ηθικό, αλλά βαθιά πολιτικό και άμεσο. Διότι ο κόσμος σήμερα για να επιλέξει έναν, δύσβατο και χωρίς διασφαλισμένες προοπτικές, δρόμο αντίστασης χρειάζεται να νιώθει ότι κάτι τον δένει με αυτόν. Και βασικό στοιχείου αυτού του “κάτι” είναι σίγουρα μια καταδίκη, από τη μεριά των λαϊκών συμφερόντων, της κυβερνητικής πολιτικής του χτες, του σήμερα και του κοντινού, τουλάχιστον, αύριο. Με βάση τα προαναφερθέντα το μόνο που θα “προσέφερε” μια τέτοια, έστω και σε τακτικό επίπεδο, “συμμαχία” δεν θα ήταν παρά η εκδήλωση (καθόλα δικαιολογημένης) άρνησης από τον κόσμο που θα έβλεπε κάποιους που εκπροσωπούν την κυβέρνηση του τρίτου μνημονίου, αυτής που χέρι – χέρι με τους φασίστες δίνει εθνοπατριωτικοστρατιωτικές παραστάσεις στο Καστελόριζο. Ως εκ τούτου κάθε τέτοια σκέψη πρέπει να απορρίπτεται καθολικά.

Θα μπορούσαν οι δυνάμεις της ΚΝΕ να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Η εμπειρία δείχνει ότι το να γίνει κάτι τέτοιο σε ουσιαστικό / πραγματικό βαθμό είναι, δυστυχώς, ανέφικτο. Η πραγματικότητα άλλωστε, και σε αυτή την περίπτωση, βοά αντανακλώντας την εκκωφαντική σιωπή που προέρχεται από τη μεριά της. Και είναι αδύνατο επειδή το κόμμα φορέας αυτής της νεολαίας έχει αποδείξει σε πλήθος περιπτώσεων ότι αποστρέφεται την κινηματική αναταραχή εκτός πλαισίου, ότι η ηγεσία της δύναμης αυτής γνωρίζει πολύ καλά αφενός πως η “επίλυση” τέτοιων ζητημάτων περνά υποχρεωτικά μέσα από την αντιπαράθεση με το σύστημα και τους θεσμούς του με πραγματικούς όρους, και αφετέρου ότι η πραγματική κινητοποίηση ξεφεύγει σχεδόν πάντα από οποιονδήποτε επιχειρήσει να στήσει περιχαρακωμένα γεγονότα εντυπώσεων και αυτοαναπαραγωγής. Έτσι μετά τα “διδάγματα” που έβγαλε τον Γενάρη του 2007 αποφεύγει οποιαδήποτε εμπλοκή με κινητοποιούμενο κόσμο “όσο ο διάολος το λιβάνι”. Πάρα ταύτα όμως υπάρχουν πάρα πολύ σημαντικοί όροι που αναδεικνύουν την αναγκαιότητα απεύθυνσης σε αυτόν τον πολιτικό χώρο. Διότι πρόκειται για έναν χώρο. που ελλείψει επαναστατικού υποκειμένου, συσπειρώνει κόσμο με λαϊκά και αριστερά χαρακτηριστικά τα οποία έχουν «να δώσουν και να πάρουν» από μια κινητοποίηση. Τα όρια που αντικειμενικά θα μπουν σε αυτό, όχι μόνο δεν πρέπει να φρενάρουν την απόπειρα απεύθυνσης για κοινή κινηματική δράση επί συγκεκριμένων ζητημάτων σε αυτόν τον χώρο, αλλά αντίθετα την καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική. Διότι είναι αναγκαία η συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός μόνιμου προσανατολισμού με στόχο το πλάτεμα του κάθε μετώπου, όπως εξίσου επιτακτική είναι η ανάγκη κάθε φορά που κάτι τέτοιο δεν καθίσταται εφικτό να προσδιορίζεται, όσο το δυνατόν πλατύτερα και βαθύτερα, από την ίδια την πορεία των πραγμάτων το ποιος ευθύνεται για αυτό. Η ακόμα και περιορισμένη συμμετοχή όσο περισσότερων δυνάμεων, οι οποίες δεν είναι εκπρόσωποι του συστήματος και δεν έχουν χαρακτηριστεί από τις πλατιές μάζες ως τέτοιοι, βοηθά τον αγώνα και παράλληλα εξαναγκάζει ηγεσίες τους να καταδείξουν την πραγματική τους στοχοθεσία η οποία σε καιρούς κινηματικής νηνεμίας, καταστάσεις στις οποίες δεν αναδεικνύονται στην πράξη πραγματικά ζητήματα αντιπαράθεσης λαού – συστήματος, μπορεί, σχετικά εύκολα, να παραμένει θολή πίσω και κάτω από τον θόρυβο επαναστατικών ρητορειών (ή απλά μεταθέσεων). Η θέση αυτή διατυπώνεται έχοντας γνώση της στάσης «Πόντιου Πιλάτου» της ΚΝΕ (λευκά στις ψηφοφορίες των δ.σ. για το θέμα, δηλώσεις περί άγνοιας των περιστατικών, στάσεις που θυμίζουν τη στάση της απέναντι στα ψηφίσματα συμπαράστασης προς τους διωκόμενους Τούρκους κομμουνιστές στα δικαστήρια της Γερμανίας), καθώς και τον αντιφατικό χαρακτήρα μιας πρότασης “που καθώς θα γίνεται δεν θα μπορεί να ειπωθεί ολόκληρη”. Λαμβάνει υπόψη της όμως και ότι συχνά, και ιδιαίτερα στη σημερινή περίοδο των αρνητικότατων για το λαϊκό κίνημα συσχετισμών, μια ορθή πολιτική στάση δεν έχει σχεδόν ποτέ άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα.

Θα μπορούσαν οι δυνάμεις της ΕΑΑΚ να κινηθούν ενάντια σε ένα τέτοιο γεγονός με στόχο την καταδίκη του και να κινητοποιήσουν κόσμο σε μια κατεύθυνση αντίστασης; Ναι, έστω για κάποιο χρονικό διάστημα, θα μπορούσαν. Ακριβώς επειδή τρέφονται από κινηματικά ζητήματα. Επειδή συσπειρώνουν κόσμο με τα χαρακτηριστικά που κάνουν τους «κυρίους Παύλους» να φρίττουν (“θρασίμια” κατά Φορτσάκη), κόσμο που, στο παρελθόν τουλάχιστον, είχε δείξει πως έχει ανεπτυγμένα αντανακλαστικά απέναντι σε τέτοιες περιπτώσεις. Επειδή ζητήματα τέτοιας φύσεως όταν απαντιούνται από και με κίνηση κόσμου είναι αυτά που εξαναγκάζουν τις πολιτικές τους καθοδηγήσεις να αφήσουν στην άκρη, έστω και προσωρινά, έστω και «με βαριά καρδιά», τα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους για την κατάρτιση ενός άλλου, διαφορετικού, μεταβατικού προγράμματος άμεσων «στο εδώ και τώρα» λύσεων, για την κατασκευή του “σχεδίου των σχεδίων”, του “πόλου των πόλων” και όσες άλλες τέτοιες αποπροσανατολιστικές κατευθύνσεις ως προς τις πραγματικές ανάγκες του κινήματος στο σήμερα. Οι δυνάμεις αυτές θα μπορούσαν να προτάξουν την κίνηση κόσμου, του δικού τους αγωνιζόμενου κόσμου, αλλά να εντάξουν σε αυτή τη διαδικασία και κόσμο έξω από τα δικά τους μέλη. Η κίνηση των μαζών άλλωστε είναι το μόνο πεδίο που μπορεί να καταδείξει, με τα παραγόμενα εξ αυτής πραγματικά δεδομένα, ποια είναι η γραμμή που εξυπηρετεί τη λαϊκή προοπτική και είναι το μοναδικό πεδίο που αναδεικνύει το “πραγματικό υλικό” της κάθε γραμμής. Η κίνηση των μαζών πρέπει να επιδιώκεται αδιάλειπτα από κάθε καθοδήγηση που περιβάλλει την ίδια της την άποψη με εμπιστοσύνη. Οι δυνάμεις αυτές είναι «υποχρεωμένες» από την ίδια τη ρητορική και τον προπαγανδιστικό τους λόγο να υπηρετήσουν υποθέσεις τέτοιου χαρακτήρα αν θέλουν να ξεχωρίζουν από δυνάμεις ακατάσχετης προτασεολογίας.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s