Για το πρόσφατο βρετανικό δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του

Δημοσιεύεται παρακάτω εκτεταμένη ανάλυση και εκτίμηση για το Brexit. Η σοβαρότητα του θέματος έδειξε ότι δεν αρκούσε ο άμεσος σχολιασμός και γι’ αυτό κρίθηκε ότι χρειαζόταν χρόνος για μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση. Στη Βιβλιοθήκη υπάρχει διαθέσιμο και σε μορφή PDF.

του Ν. Β.

Τρεις εβδομάδες, μετά το βρετανικό δημοψήφισμα και το Brexit, η συζήτηση περί αυτού συνεχίζεται με αμείωτη ένταση στη Βρετανία αλλά και στα διάφορα οικονομικά και πολιτικά κέντρα του συστήματος παγκοσμίως, αν και –όπως είναι φυσιολογικό– με μειούμενο και διαφοροποιημένο βαθμό ενδιαφέροντος, προϊόντος του χρόνου στις εκτός Βρετανίας περιοχές.

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

Η Βρετανία αποτελούσε ανέκαθεν μια από τις ισχυρότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, βασικό παράγοντα ισχυροποίησης του δυτικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως και την τρίτη ισχυρότερη πυρηνική δύναμη (από άποψη πυρηνικού οπλοστασίου).  

Είναι επίσης γνωστή η ιδιαίτερη σχέση που είχε με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της δύσης και πιο συγκεκριμένα η προσπάθειά της να επωφελείται από το ρόλο της “γέφυρας” μεταξύ ΗΠΑ και δυτικοευρωπαίων ιμπεριαλιστών (ΕΕ). Η ένταξή της στην τότε ΕΟΚ, το 1973, μαζί με την Ιρλανδία, σηματοδότησε τη στρατηγική επιλογή του βρετανικού κεφαλαίου να αξιοποιήσει την κοινή ευρωπαϊκή αγορά για διεύρυνση του πεδίου δραστηριοποίησης και κερδοφορίας του.

Η ένταξή της όμως συνέπεσε και με το ξέσπασμα της παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης, που ήταν, ως γνωστόν, το πρώτο ηχηρό μήνυμα της σταδιακής επιβράδυνσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας μετά τη μεταπολεμική εκτίναξη των δεκαετιών ’50 και ’60. Την ίδια στιγμή, η ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση των επαναστατικών απόψεων στο εσωτερικό του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος υπέρ της γραμμής της συνθηκολόγησης, έστελνε προς το κεφάλαιο το μήνυμα της σταδιακής διαφοροποίησης του ταξικού συσχετισμού υπέρ του. Η συνάντηση των τριών αυτών παραγόντων, έναρξη κρίσης και ένταξη στην ΕΟΚ –που πιθανότατα η πρώτη να τροφοδότησε ως ένα βαθμό τη δεύτερη– και υποχώρηση επαναστατικής γραμμής, οδήγησε και στην τροποποίηση προς το αντιδραστικότερο των κατευθύνσεων και των πολιτικών του κεφαλαίου στη Βρετανία. Πρόκειται φυσικά για την περίοδο του φιλελευθερισμού επί Θάτσερ, η οποία ακολούθησε, που άφησε καθοριστικά το αποτύπωμά της σε δύο επίπεδα στη βρετανική καπιταλιστική κοινωνία.

Από τη μια, η πολιτική αυτή του φιλελευθερισμού – μονεταρισμού φιλοδοξούσε να απαντήσει στο πρόβλημα της πτώσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, που σήμανε η πετρελαϊκή κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70 και συνδυάστηκε με τις πρώτες εκφράσεις της επίθεσης στην εργατική τάξη την περίοδο αυτή, τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ. Το βασικό σύνθημα του φιλελευθερισμού της Θάτσερ, η “ανταγωνιστικότητα”, – χέρι χέρι με το φιλελευθερισμό του Ρίγκαν στις ΗΠΑ αλλά και σε ανταγωνισμό με αυτές, όπως και με τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις– ήταν η προμετωπίδα μιας πολιτικής με βασικό περιεχόμενο “όλο το πεδίο στο κεφάλαιο”.  Από το ’79 μέχρι το ’90 αλλά και τα επόμενα χρόνια, σχεδόν τίποτα δεν έμεινε στα χέρια του κράτους, με πάνω από 50 μεγάλες, στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρήσεις να πωλούνται άμεσα ή να ιδιωτικοποιούνται κατά στάδια: Αεροναυπηγική, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες, ταχυδρομεία, φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια, χαλυβουργία, ανθρακωρυχεία, οργανισμοί ύδρευσης κ.ά. την περίοδο εκείνη πέρασαν στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών, ενώ μέσα στη δεκαετία του ’90 ακόμη και τα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ιδιωτικοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, στην πλειοψηφία τους.

Από την άλλη, ο θατσερικός φιλελευθερισμός – μονεταρισμός αποτέλεσε -και εδώ σε σύμπνοια με το ριγκανισμό-  τον πολιορκητικό κριό του κεφαλαίου διεθνώς για το σάρωμα των εργατικών κατακτήσεων της προηγούμενης περιόδου, μέσα από τη σκληρή ταξική αναμέτρηση που διεξήγαγε ενάντια στην εργατική τάξη, η οποία κατέληξε στην ήττα του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού στις κρίσιμες μάχες που δόθηκαν και τροποποίησε προς το αντιδραστικότερο τον ταξικό συσχετισμό σε ΗΠΑ, Βρετανία αλλά και διεθνώς. Tα προγράμματα λιτότητας και περικοπών σε κοινωνικές παροχές και εργατικά δικαιώματα, διαμόρφωσαν το απαραίτητο πλαίσιο που θα έκανε ακόμη πιο ελκυστικές τις ιδιωτικοποιήσεις για το ιδιωτικό κεφάλαιο. Παράλληλα η πολιτική αυτή συνδυάστηκε και με την εξαγγελία του προγράμματος του “Πολέμου των άστρων” σε μια κατεύθυνση αντεπίθεσης στη σοβιετική επιθετικότητα της δεκαετίας του 70, ως αποτέλεσμα της ήττας των ΗΠΑ στην Ινδοκίνα.

Καθώς, όπως είναι φυσικό, τις ιδιωτικοποιήσεις ακολούθησαν μαζικές απολύσεις, οι εξελίξεις αυτές, πέρα από τα εκατομμύρια των ανέργων που δημιούργησαν, έθεσαν τις απαραίτητες βάσεις για τη συσσώρευση ακόμη μεγαλύτερων κερδών και για τη γιγάντωση, από όλες τις απόψεις (κύκλου εργασιών, επενδυμένων κεφαλαίων, μετοχικού κεφαλαίου, ακίνητης περιουσίας), των μεγάλων βρετανικών επιχειρηματικών ομίλων.

Ταυτόχρονα όμως, η εξέλιξη αυτή (ένταξη στην ΕΟΚ, ιδιωτικοποιήσεις και νέες πολιτικές ως στρατηγική απάντηση στην κρίση), είχε επιπτώσεις και στη διάρθρωση του καπιταλιστικού σχηματισμού της Βρετανίας, σε σχέση με το πώς είχε αναπτυχθεί την προηγούμενη περίοδο και σε ποιους τομείς είχε επεκταθεί. Τα χαρακτηριστικά, της προηγούμενης περιόδου είχαν σηματοδοτήσει μια επέκταση σε όλη την κλίμακα – οριζόντια και κάθετα- και τους τομείς της εγχώριας οικονομίας (πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα) με μια σχετικά ισορροπημένη κατανομή της συμμετοχής κάθε τομέα στο ΑΕΠ της χώρας και με σοβαρό το ρυθμιστικό ρόλο του κρατικού ελέγχου σε εκείνη την ανάπτυξη.

Οι διεργασίες στα πλαίσια του βρετανικού κεφαλαίου τα τελευταία χρόνια

Τα χαρακτηριστικά αυτά έχουν υποστεί σοβαρές τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις τα τελευταία 30 περίπου χρόνια, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία και πιθανότατα έπαιξε κάποιον ρόλο στις διεργασίες που οδήγησαν στη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος αλλά και στη διαμόρφωση του αποτελέσματός του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η όποια επέκταση της παραγωγικής βάσης της Βρετανίας είχε συντελεστεί μεταπολεμικά μπήκε σε περίοδο αντιδραστικής αναδιάρθρωσης από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 – αρχές της δεκαετίας του ’80, για να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις τη δεκαετία του ’90, με το χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό κλάδο να διογκώνονται και να αναπτύσσονται πολύ πιο ανισόμετρα σε σχέση με τους υπόλοιπους οικονομικούς κλάδους και τομείς.

Η διαφοροποίηση αυτή ξεκίνησε ακριβώς με βάση τους δυο βασικούς άξονες στους οποίους κινήθηκε συνολικά το βρετανικό κεφάλαιο αυτή την περίοδο. Δηλαδή, αφενός τη  χρηματοδότηση με δάνεια των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων που άρπαξαν τα μεγάλα κρατικά φιλέτα που ιδιωτικοποιήθηκαν και αφετέρου τη δυναμική είσοδο των τραπεζικών επιχειρήσεων στο χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό κλάδο του συνόλου της ΕΕ, εκμεταλλευόμενες την ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων που παρείχε η ένταξη σε αυτήν.

Από την άλλη, η ταυτόχρονη άρνηση της Βρετανίας να συμμετάσχει στη διαφαινόμενη και σχεδιαζόμενη “σύγκλιση” της ΕΕ, η αποστασιοποίηση από το Μάαστριχτ και η επακόλουθη άρνηση ένταξης στο ευρώ, προστάτεψαν τις βρετανικές τράπεζες από το να κινηθούν σε ένα πιο σφιχτό, ελεγχόμενο και ρυθμιζόμενο πλαίσιο λειτουργίας, με αμφίβολο το εύρος των δυνατοτήτων που θα είχαν να το επηρεάσουν – αν όχι να το καθορίσουν – οι ίδιες. Ταυτόχρονα, η πολιτική της ακριβής στερλίνας έδειχνε και τις ιεραρχήσεις του βρετανικού κεφαλαίου ήδη από τότε: Προσέλκυση κεφαλαίων με τίμημα τις ακριβότερες εξαγωγές και άρα τη σταδιακή ανατροπή του βρετανικού εμπορικού ισοζυγίου προς ελλειμματικές καταστάσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν σταδιακά να χτυπηθούν ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανικής παραγωγής και πολλές εταιρείες να μεταφέρουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες εκτός συνόρων, στις “αναδυόμενες οικονομίες” της Ασίας, στην Κίνα, στην Ινδία ή και στις “απελευθερωμένες” χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, κυρίως από τη δεκαετία του ’90 και μετά. Ορισμένα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι την εποχή που ανέβηκε στην εξουσία η Θάτσερ (1979) ο βιομηχανικός κλάδος στη Βρετανία αντιπροσώπευε το 30% του εθνικού εισοδήματος απασχολώντας 6,8 εκατομμύρια εργάτες. Το Μάιο του 2010 το αντίστοιχο ποσοστό είχε πέσει στο 11% με 2,5 εκατομμύρια εργάτες (τα νούμερα από την εφημερίδα  Guardian). Συνέπεια όλων αυτών ήταν το εμπορικό ισοζύγιο της Βρετανίας με τους ανταγωνιστές της στην ΕΕ να παρουσιάζει μεγάλο έλλειμμα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το εμπορικό ισοζύγιο της Βρετανίας στα τέλη του 2015 παρουσίαζε έλλειμμα 49 δισ. ευρώ με τη Γερμανία, 10,2 δισ. ευρώ με τη Γαλλία, 12 δισ. ευρώ με την Ιταλία, 24,3 δισ ευρώ με την Ολλανδία, 7 δισ. ευρώ με την Πολωνία και 5 δισ. ευρώ με την Ισπανία. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι το ελλειμματικό αυτό ισοζύγιο αφορά προϊόντα βιομηχανικών κλάδων υψηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου, όπως αυτοκίνητα και μηχανήματα, φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρική τεχνολογία, πετρελαιοειδή, ηλεκτρονικές συσκευές κ.λπ. Συνολικά δηλαδή, στα τέλη του 2015 η Βρετανία παρουσίαζε εμπορικό έλλειμμα περίπου 107,5 δισ. ευρώ μόνο με τις υπόλοιπες έξι μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές (Guardian) το 2010 το συνολικό εμπορικό της έλλειμμα ήταν κοντά στα 97 δισ. ευρώ.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στα τέλη του 2015 ο Κάμερον, στην περιβόητη επιστολή του της 10ης Νοέμβρη προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με την οποία έθετε τους όρους της Βρετανίας προς τους εταίρους της ΕΕ για την παραμονή της χώρας του στην Ένωση, βάζοντας εαυτόν και αλλήλους πάντες στην τελική ευθεία προς το δημοψήφισμα που είχε ήδη εξαγγελθεί προεκλογικά στη Βρετανία, φρόντισε να χαιρετίσει την αναθεωρημένη Στρατηγική Εμπορίου και Επενδύσεων της ΕΕ, μέρος της οποίας είναι και η επέκταση και επιτάχυνση της κλιμακωτής κατάργησης δασμών, ποσοστώσεων και άλλων επιβαρυντικών μέτρων στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών από τις “αναπτυσσόμενες” λεγόμενες χώρες και τις χώρες του Τρίτου Κόσμου – με βασικότερες εξ αυτών την Κίνα, την Ινδία, το Πακιστάν, την Ινδονησία, το Βιετνάμ, τις Φιλιππίνες, τη Νιγηρία και την Καμπότζη- με άμεσο στόχο την ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών. Την ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών με τις αγορές αυτές μέσω της ΕΕ τις βλέπει το βρετανικό εμπορικό κεφάλαιο ως ένα αντίβαρο στο καταθλιπτικό του εμπορικό έλλειμμα με τις χώρες της ΕΕ.

Βέβαια η βρετανική κυβέρνηση ως εκφραστής του αστικού κράτους –του συλλογικού καπιταλιστή που νοιάζεται για το καλό όλων των καπιταλιστών της χώρας και όχι μόνο κάποιων-  όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Επιχείρησε να απαντήσει στα παραπάνω ανησυχητικά φαινόμενα. Οι κυβερνήσεις των Εργατικών (Μπλερ, Μπράουν) που διαδέχτηκαν τους Τόρις συνέχισαν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων προσπαθώντας να παραχωρήσουν στο ιδιωτικό κεφάλαιο ό,τι είχε απομείνει, αν και με μικρότερη επιτυχία, είναι αλήθεια. Με την επάνοδο των συντηρητικών του Κάμερον το 2010 και εν μέσω, πλέον, και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, προωθήθηκε ραγδαία η μείωση των συντελεστών φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων: Από 28% το 2010 στο 20% το 2016 ενώ πριν το Brexit οι προγραμματισμένες από την κυβέρνηση μειώσεις των φορολογικών συντελεστών – πάντα για τις μεγάλες επιχειρήσεις – ήταν στο 19% τον Απρίλη του 2017 και στο 17% μέχρι το 2020. Τώρα, μετά το Brexit, ο υπουργός οικονομικών George Osborne ανακοίνωσε άμεση μείωσή τους στο 15% (!) (Bloomberg). Φυσικά, με έναν τέτοιο κρατικό παρεμβατισμό- προστατευτισμό τα στελέχη και οι μέτοχοι των πολυεθνικών -υπέρμαχοι κατά τα άλλα του απόλυτου φιλελευθερισμού- δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, έχουν ένα πρόβλημα οι Γερμανοί, οι Γάλλοι και οι λοιποί συνάδελφοί τους ανά τον κόσμο και ειδικά οι παροικούντες στην G20 κεφαλαιοκράτες, καθώς ο μέσος όρος των αντίστοιχων συντελεστών στις χώρες της ομάδας είναι στο 28,7%. Μάλιστα οι ανακοινώσεις αυτές του Όσμπορν ήρθαν να καθησυχάσουν τους κεφαλαιοκράτες της Βρετανίας αναφορικά με την εκτιμώμενη “τρύπα” 30 δισ. στερλινών στον κρατικό προϋπολογισμό μετά το Brexit, λόγω απώλειας των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ενισχύσεων, η οποία θα πρέπει να καλυφθεί από νέες περικοπές και αύξηση φορολογίας. Το μήνυμα της βρετανικής κυβέρνησης για το ποιος θα κληθεί να πληρώσει, ξανά, το κόστος αυτό είναι σαφές: Η εργατική και η μεσαία τάξη και όχι τα μονοπώλια.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική, Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s