Σημειώσεις για τον Μάη του 2006 (κι όσα ακολούθησαν)

του Μάη, Ιούνης 2016

to pano exo apo to politexnio iΟι σημειώσεις αυτές προφανώς κουβαλάνε τον υποκειμενισμό ενός ενεργού υποκειμένου του φοιτητικού κινήματος της προκείμενης περιόδου, διαμεσολαβημένη με τις εμπειρίες της δεκαετίας που ακολούθησε. Γράφτηκαν επ’ αφορμή του κειμένου Αφιέρωμα: 10 χρόνια από τις καταλήψεις του Μάη-Ιούνη του 2006, το οποίο πυροδότησε μνήμες και μια ανάγκη αναστοχασμού.

Πολύ εύκολα θα μπορούσε κάποιος αρχισυντάκτης του ελληνικού τύπου να γράψει τον Απρίλιο του 2006 κάποιο πρωτοσέλιδο με τίτλο «Η Ελλάδα βαριέται», αντιγράφοντας το αντίστοιχο πρωτοσέλιδο της Monde, περίπου μισό αιώνα πριν. Ο φοιτητικός συνδικαλισμός παράπαιε, ο νόμος για την αξιολόγηση είχε περάσει χωρίς να κουνηθεί φύλλο, η χώρα ζούσε στον απόηχο του Euro 2004, της Ολυμπιάδας κ.ο.κ. Κι αυτό σε μια περίοδο όπου σε αρκετές περιοχές του πλανήτη η νεολαία βρισκόταν σε αναβρασμό ή και σε εξέγερση.

Στο ελληνικό πανεπιστήμιο δυο ή τρεις δυνάμεις ίσως αντιλήφθηκαν την πιθανή εξέλιξη των πραγμάτων. Ένα τμήμα της ΕΑΑΚ, οποία πίστεψε σε ένα πιθανό κίνημα και πάλεψε γι αυτό. Αυτό γράφεται με την υποσημείωση -κι αυτό δεν το γράφω για να υποτιμήσω καθόλου τους αγωνιστές αυτούς- ότι σε ετήσια βάση έμπαινε στοχοθεσία της ΕΑΑΚ για καταλήψεις-διαδηλώσεις και η οποία συνήθως έμενε στα χαρτιά. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, η οποία έκανε τα αδύνατα δυνατά για να μην γίνουν συνελεύσεις, ή εφόσον γίνονταν και τις κέρδιζε οριακά, να μην ακολουθήσει δεύτερος γύρος συνελεύσεων. Η ΠΚΣ επίσης αντιλήφθηκε ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ξεσπάσει φοιτητικό κίνημα, ένα κίνημα το οποίο δεν θα το έλεγχε, ούτε ως προς τις μορφές πάλης ούτε οργανωτικά. Γι αυτό έκανε τα πάντα για να μην ξεσπάσει, υιοθετώντας αντίστοιχη φρασεολογία με αυτή της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ («θέλετε να γίνει κατάληψη για να πάει ο κόσμος στη Χαλκιδική»). Παρόλα αυτά, όταν το κίνημα πλέον ξέσπασε, έστω και καθυστερημένα, εντάχθηκε στις καταλήψεις χωρίς κατά βάση να ενταχθεί οργανικά σε αυτές. Λ.χ. σπανίως μέλη της κοιμούνταν στις καταλήψεις. Η ΠΑΣΠ στάθηκε κατά των καταλήψεων, αλλά όταν είδε ότι είναι αναπότρεπτες εντάχθηκε στα κοινά πλαίσια, ακόμη κι όταν στρέφονταν ευθέως κατά του ΠΑΣΟΚ.

Το ξέσπασμα αυτό των φοιτητικών μαζών και η δημιουργία ενός κινήματος υπήρξε μια διαδικασία πρωτόγνωρη για το σύνολο της αριστεράς. Κλόνισε βεβαιότητες, άμβλυνε -έστω και προσωρινά- τον δογματισμό και την προτασεολογία. Ένωσε στη βάση των κοινών συμφερόντων την πλατιά μάζα των φοιτητών, διαρρηγνύοντας, εάν όχι συντρίβοντας, «πελατειακά» δίκτυα που είχαν στήσει οι καθεστωτικές παρατάξεις.

Η περίοδος που εκκινεί από τον Μάιο του 2006 και κλείνει τον Μάρτιο του 2007, χαρακτηρίζεται από το κεκτημένο της κοινής δράσης στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου στόχου. Η κοινή δράση αποτέλεσε ένα εργαλείο πάλης που ευνόησε τη συγκρότηση και τη γιγάντωση του κινήματος και επιβλήθηκε από τις ίδιες τις φοιτητικές μάζες. Το γεγονός ότι δεν μπόλιασε τις οργανώσεις και τα σχήματα της αριστεράς, φάνηκε, όταν στη μετέπειτα περίοδο πτώσης του κινήματος, επανήλθαν στις παλιές τους σταθερές. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως η κοινή δράση αποτελεί ένα ουσιαστικό και χρήσιμο εργαλείο πάλης που την ουσιαστική εφαρμογή του, δύσκολα θα τη δούμε εκτός (πραγματικά) κινηματικών διαδικασιών, διότι οι θεωρητικά κινηματικές δυνάμεις είναι συνήθως κατώτερες των περιστάσεων. Η κοινή δράση, επί της ουσίας, επιβλήθηκε στις φοιτητικές δυνάμεις από την πίεση των φοιτητικών μαζών, χωρίς να συνειδητοποιηθεί η δυναμική της και η ανάγκη γι αυτήν. Αντί να γίνει αντιληπτή ως προωθητικό εργαλείο, έγινε μάλλον αντιληπτή ως αναγκαίο κακό. Κι αυτό διότι τα μεγαλόπνοα επαναστατικά προγράμματα που επεξεργάζονταν για χρόνια εκτός κινήματος, πανεπιστημίου και κοινωνίας, σε ιδρυματοποιημένες συνθήκες του αριστερού μικρόκοσμου, δεν έβρισκαν τη θέση τους στα κοινά πλαίσια και δεν έδειξαν να συγκινούν τους φοιτητές.

Το πώς οι δυνάμεις του κινήματος υπήρξαν κατώτερες των περιστάσεων έγινε αντιληπτό και από την κίνηση των διαφόρων δυνάμεων εντός των κινηματικών διαδικασιών. Οι ανένταχτοι φοιτητές, οι οποίοι πλαισίωσαν τις κινηματικές διαδικασίες, αντιμετωπίστηκαν κυρίως ως θεατές ή μελλοντικά μέλη και ακολουθητές κι όχι ως ισότιμα μέλη της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις, είτε στις επιτροπές κατάληψης είτε στα συντονιστικά των καταλήψεων, σπανίως αφορούσαν ουσιαστικά, σε σχέση με τον αγώνα, επίδικα παρά τα διάφορα εγκεφαλικά κατασκευάσματα των οργανωμένων δυνάμεων.

Αυτό είχε δυο αλληλένδετα αποτελέσματα. Αφενός τη σταδιακή αποχώρηση μεγάλου τμήματος των ανένταχτων φοιτητών από τις διαδικασίες αυτές που ποδηγετούσαν οι οργανωμένοι φοιτητές, παραμένοντας όμως στις καταλήψεις. Αφετέρου, την πλαισίωση υπαρχόντων ή και τη συγκρότηση αυτόνομων φοιτητικών σχημάτων. Η φαινομενική παραδοξότητα ότι τα σχήματα αυτά συχνά συγκροτούνταν με προμετωπίδα τον οριζόντιο και αντιεραρχικό τρόπο λειτουργίας τους κι όχι τις όποιες πολιτικές θέσεις, που συχνά αποτελούσαν ζητούμενο κι όχι δεδομένο, εξηγείται ακριβώς με βάση τη βιωμένη εμπειρία των ανένταχτων φοιτητών. Μάλιστα, το 2007, και με τις φοιτητικές εκλογές να διεξάγονται μετά το νικηφόρο, ως προς το ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 16, φοιτητικό κίνημα, είχαμε περιπτώσεις πτώσης του αριθμού των ψηφισάντων στις φοιτητικές εκλογές, κυρίως στην Αθήνα, την αύξηση των άκυρων ψηφοδελτίων, όπως επίσης την αύξηση σε αριθμό και ψήφους νέων σχημάτων, τα οποία κινούνται σε μια αριστερή κατεύθυνση. Ένας κόσμος που πολιτικοποιήθηκε ή δραστηριοποιήθηκε κοινωνικά και πολιτικά στον χώρο του πανεπιστημίου θεώρησε ότι η υπάρχουσα κατάσταση δεν τον χωρούσε ή δεν τον αφορούσε, και οδηγήθηκε στο να αναζητήσει νέους δρόμους και χώρους ένταξης.

Προφανώς και οι πιο πάνω παρατηρήσεις είναι σε μεγάλο βαθμό γενικές και υπάρχουν ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου η κατάσταση διαφοροποιείται προς το καλύτερο, με μια πιο ισότιμη συνεργασία τόσο ανάμεσα στις οργανωμένες δυνάμεις όσο και ανάμεσα σε οργανωμένους και ανένταχτους φοιτητές. Παρόλα αυτά, αυτό δεν διαφοροποιεί τη γενική εικόνα.

Η Θεσσαλονίκη υπήρξε μια πόλη όπου παρατηρήθηκε ώσμωση ανάμεσα στους φοιτητές των διαφόρων σχολών και των πολιτικών χώρων και που μπόρεσε, με αδυναμίες, να κάνει εξωστρεφείς κινήσεις τόσο προς την πόλη της Θεσσαλονίκης γενικώς (λ.χ. παρεμβάσεις στην ετήσια έκθεση βιβλίου, αυθόρμητες πορείες στην πόλη, οργανωμένες παρεμβάσεις) όσο και προς μερίδες εργαζομένων (λ.χ. εργαζόμενους στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, οι οποίοι βρίσκονται τότε σε κινητοποιήσεις). Δεν έλειψαν βεβαίως τα προβλήματα και οι έντονες αντιπαραθέσεις, με αποτέλεσμα ένα συντονιστικό μεγαλύτερης διάρκειας και από τη διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές. Ζητήματα όπως το κατά πόσον πάμε, σε τακτική βάση, σε πανελλαδικές πορείες στην Αθήνα ή προσπαθούμε να μεγιστοποιήσουμε τα αποτελέσματα της δράσης μας κατά τόπους αποτέλεσαν βασικό σημείο σύγκρουσης. Κύριος εκφραστής της άποψης των πανελλαδικών πορειών στην Αθήνα υπήρξε η ΕΑΑΚ και κυρίως την περίοδο 2006-2007 σε αυτή τη λογική αντιπαρατέθηκαν οι Αγωνιστικές Κινήσεις και αυτόνομα σχήματα. Ακόμη και οι όροι διεξαγωγής αυτής της σύγκρουσης έγιναν με όρους υποταγής της μιας άποψης στην άλλη, στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης ενιαίας δράσης του φοιτητικού κινήματος, ενώ ήταν ξεκάθαρο πως δεν υπήρχε καμιά ενιαία τάση στην αντίληψη περί οικοδόμησης κινήματος. Ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να ακολουθηθεί η τακτική της μη απόφασης του συντονιστικού Γενικών Συνελεύσεων ή και η λήψη δυο αποφάσεων με τον κάθε σύλλογο να υλοποιεί την απόφαση που αυτός έλαβε στα πλαίσια είτε της Γενικής Συνέλευσης είτε του συντονιστικού της εκάστοτε κατάληψης.

Πολύ πιο σημαντικό ζήτημα αποτέλεσε η συζήτηση περί «σύγκρουσης». Εδώ παρότι είχε σημασία να γίνει μια ουσιαστική συζήτηση περί βίας-αντιβίας, η συζήτηση κατά βάση παρέμεινε στα επίπεδα της οργανωτικής επιβολής της μιας άποψης στην άλλη. Ο όρος «σύγκρουση» χρησιμοποιείται σε εισαγωγικά για μια σειρά από λόγους. Αφενός διότι υπήρχε μια πολύ ουσιαστική σύγκρουση με το κράτος, τον αστισμό, την ΕΕ, το καθηγητικό κατεστημένο και τις καθεστωτικές φοιτητικές παρατάξεις, ακριβώς με την ύπαρξη και μόνο των καταλήψεων κατά του νόμου-πλαίσιο της Γιαννάκου. Αλλά, από την άλλη, η συζήτηση για τη «σύγκρουση» δεν αφορούσε το παραπάνω. Αφορούσε τη θεαματική αντέκλιση ορισμένων δευτερολέπτων έξω από τα λουλουδάδικα στο Σύνταγμα, κυρίως φοιτητών της ΕΑΑΚ. Η επιλογή της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης να προλάβει με οργανωμένο τρόπο τη «σύγκρουση» της ΕΑΑΚ (υπό το πανό των Φοιτητικών Συλλόγων του ΕΜΠ), είχε ως αποτέλεσμα την αμηχανία της ΕΑΑΚ τις επόμενες μέρες, αλλά και την κριτική προς την ΑΚ, αφού δεν είχε τη νομιμοποιητική απόφαση γενικής συνέλευσης φοιτητικού συλλόγου.

Η συζήτηση περί βίας και αντιβίας ήταν αναγκαία και έγινε, έστω ενστικτώδικα και αποσπασματικά. Η αντίληψη περί περιφρούρησης, η προμήθεια καδρονιών από τους διάφορους φοιτητικούς συλλόγους, η χρήση αντιασφυξιογόνων μασκών, maalox, κλπ., αποτέλεσε από τα κεκτημένα του φοιτητικού κινήματος. Όχι διότι αυτό αποτελεί κάποιου τύπου εξασφαλισμένη απάντηση στα σώματα καταστολής. Αντιθέτως, η συζήτηση για το ποιος έχει το πάνω χέρι σε τέτοιου τύπου αντιπαραθέσεις δεν έγινε, παρότι αυτό, εκ του αποτελέσματος, έγινε αρκετά εμφανές στις φοιτητικές μάζες. Το θετικό της χρήσης μεθόδων αυτοπροστασίας αλλά και συλλογικής προστασίας είχε αφενός να κάνει με την αποκάλυψη του ρόλου των δυνάμεων καταστολής και των εντολοδόχων τους στο να επιτίθενται σε όποιον αντιστέκεται. Αφετέρου δε, είχε να κάνει με την καλλιέργεια του αισθήματος της συλλογικότητας. Κατά την τελευταία πορεία του Μαϊούνη, στην Αθήνα, κατά της Συνόδου των Υπουργών Παιδείας του ΟΟΣΑ, το μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων της Θεσσαλονίκης, παρέμεινε συγκροτημένο από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτό είχε να κάνει με το γεγονός ότι όσοι κατέβηκαν στην Αθήνα είχαν αντιληφθεί ότι κατεβαίνουν σε μια πορεία με ό,τι αυτό σημαίνει κι όχι σε ένα περίπατο. Είχαν επίσης αντιληφθεί ότι κατεβαίνουν, όχι ως μονάδες, αλλά ως τμήμα μιας συλλογικότητας, στην οποία αντιστοιχούν ευθύνες. Αυτό δεν έγινε με όρους οργανωτικής ή άλλης επιβολής, έγινε με όρους αυτοσυνειδησίας μέσω της πάλης και της δράσης του καθενός και της καθεμιάς ξεχωριστά, εντός του φοιτητικού κινήματος. Το μπλοκ παρέμεινε αρραγές, διότι η περιφρούρηση παρέμεινε ως τέτοια, κι η περιφρούρηση παρέμεινε ως τέτοια διότι το υπόλοιπο μπλοκ φρόντισε να τη στηρίζει με νερό, maalox, κλπ. Στους δρόμους της Αθήνας, το μπλοκ της Θεσσαλονίκης βάδισε ως ένας άνθρωπος κι όχι ως ένα σύνολο ατομικοτήτων, γι αυτό παρέμεινε όρθιο. Αυτή υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του Μαϊούνη, διότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αυτό αποτέλεσε παρακαταθήκη και οδηγό δράσης. Σε αυτή την παρακαταθήκη στηρίχτηκε η περιφρούρηση των μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων, μιλάμε πάντα για τη Θεσσαλονίκη, όλο το επόμενο διάστημα, σε αυτή την παρακαταθήκη στηρίχτηκαν οι αποφάσεις επιστροφής στο Πολυτεχνείο και υπεράσπισης του ασύλου μετά τις πορείες στις 17 Νοέμβρη.

Δεν είναι τυχαία η δημιουργία ερεθισμάτων αναζήτησης σε σχέση με την πολιτική, την ιδεολογία, και το κίνημα εν γένει, από άτομα τα οποία εντάχθηκαν στο φοιτητικό κίνημα και οι αναζητήσεις τους πήγαν πέρα των ορίων του φοιτητικού κόσμου, σε σχέση με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Άτομα που τον Απρίλιο του 2006 πιθανώς να μην διάβαζαν την προκήρυξη που μοίραζες ή την ανακοίνωση τοίχου που έγραφες. Αν μη τι άλλο, επιβεβαιώθηκε στην πράξη το σύνθημα «στο δρόμο γεννιούνται συνειδήσεις», αφού η περίοδος 2006-2007 περιείχε αρκετό δρόμο για τους φοιτητές.

Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, παρότι υπήρξε ο πυρήνας του φοιτητικού κινήματος, επέλεξε με την άμπωτή του τη φυγή προς τα εμπρός. Προσπάθειες εισαγωγής της στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό οδήγησαν σε προσκόλληση στον ΣΥΡΙΖΑ, στη δημιουργία εκλογικών σχημάτων (ΕΝΑΝΤΙΑ κι έπειτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ) ή σε μια αμυντική περιχαράκωση. Ένα μεγάλο κομμάτι της αναρχίας επέλεξε εξίσου την φυγή, αυτή τη φορά από το πανεπιστήμιο. Αρκετοί αναρχικοί φοιτητές αποχώρησαν από τα φοιτητικά έδρανα και πέρασαν στο χώρο της παραγωγής, κυρίως στον τομέα της εστίασης, είτε ως υπάλληλοι (με μια παράλληλη διαδικασία αναρχοσυνδικαλιστικής συγκρότησης) είτε πολύ συχνά σε συνεταιριστικές επιχειρήσεις (πολύ πριν θεσμοθετηθούν οι ΚΟΙΝΣΕΠ).

Ναι μεν υπήρξε ώσμωση μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων, της μεγάλης πλειοψηφίας των ανένταχτων φοιτητών που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις και των οργανωμένων δυνάμεων, αλλά κυρίως από την πλευρά των ανένταχτων που επιχείρησαν να προσεγγίσουν τις απόψεις των οργανωμένων δυνάμεων, παρακολουθώντας για παράδειγμα τα αριστερά έντυπα. Δεν υπήρξε όμως ιδιαίτερα αμφίδρομη διαδικασία. Ποιος θυμάται ότι οι Σκουριές δεν ακούστηκαν για πρώτη φορά προ τετραετίας, αλλά το καλοκαίρι του 2006 υπήρξε για σύντομο χρονικό διάστημα έκθεση φωτογραφίας και συζήτηση για το θέμα, που οργανώθηκε από φοιτητές που πρόσκειντο τότε στην αναρχία και την αυτονομία και κατάγονταν από την περιοχή, και που άφησε ασυγκίνητους τόσο τους υπόλοιπους φοιτητές αλλά πρωτίστως τις οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς;

Η αριστερά έχασε μια ιστορική ευκαιρία να έρθει κοντά σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό φοιτητών απ’ ό,τι επέτρεπε η οργανωτική της ανάπτυξη. Παρότι και η αριστερά προφανώς κέρδισε δυνάμεις μετά από αυτές τις μάχες, μεγάλος κερδισμένος υπήρξε η αναρχία και η αυτονομία, η οποία μπόρεσε να προσεγγίσει ανήσυχους νεολαίους, όπως και κόσμο ο οποίος αποστοιχήθηκε από την ΠΚΣ, όχι τόσο στη βάση δικών τους προταγμάτων, αλλά στη βάση των εγγενών αδυναμιών της φοιτητικής αριστεράς, του τρόπου δράσης, αντίληψης και λειτουργίας της τελευταίας, τόσο αυθύπαρκτα όσο και εντός τους φοιτητικού κινήματος.

Η τάση αυτή και οι εξελίξεις εντός του πανεπιστημίου αποτέλεσαν εν μέρει προάγγελο του Δεκέμβρη του ’08 και της μετέπειτα περιόδου, με τη νεολαία να πλαισιώνει πρωτίστως αναρχικές και αυτόνομες συσσωματώσεις και δευτερευόντως αριστερές. Μια ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία που κατακτήθηκε σε ένα πεδίο που θεωρητικά δεν ήταν προνομιακό για τον χώρο αυτό, αφού μέχρι τότε, κατά βάση, δεν παρέμβαινε στους χώρους σπουδών, κάτι που δεν φάνηκε να προβλημάτισε ιδιαίτερα την αριστερά. Μάλιστα, μετά την περίοδο 2003-2004, όπου με τη Σύνοδο της ΕΕ στον Μαρμαρά η αριστερά είχε μαζικοποιηθεί, το 2006 ο αναρχικός και αυτόνομος χώρος μάλλον βρισκόταν σε αναζήτηση ταυτότητας. Γιατί όμως ο χώρος αυτός ευνοήθηκε; Διότι η συζήτηση γύρω από τα επίδικα δεν έγινε, αφού αν άνοιγε, θα γινόταν αρκετά άβολη για το πλειοψηφικό κομμάτι της αριστεράς:

Το ζήτημα της βίας-αντιβίας-σύγκρουσης, το οποίο είτε δεν έμπαινε είτε έμπαινε σε μια βάση θεαματική, που ήταν όμως λιγότερο θεαματική από αυτήν της αναρχίας.

Το ζήτημα ποδηγέτησης ή χειραγώγησης της πλειοψηφίας από μια πεφωτισμένη μειοψηφία. Και η αναρχία ακολουθεί αντίστοιχες πρακτικές, χωρίς όμως να υποχρεώνει τρίτους να συρθούν από πίσω τους (ασχέτως αν κατά καιρούς έχουμε δει και τέτοια φαινόμενα).

Το ζήτημα της ενασχόλησης με την καθημερινότητα του φοιτητή κι όχι μόνο με το κεντρικό επίδικο, σε συνδυασμό με υποτίμηση ή και «καταστολή» του αυθόρμητου. Το κεντρικό αίτημα, να μην περάσει ο νόμος-πλαίσιο, δεν πλαισιωνόταν με ζητήματα πάλης που να βελτιώνουν τη ζωή του φοιτητή σε κοινωνικό-πολιτιστικό επίπεδο, εκεί όπου η αναρχία είχε την «απάντησή» της με καταλήψεις χώρων και δημιουργία στεκιών. Όπως και διάφορα αυτόνομα σχήματα που έδωσαν το βάρος στη δημιουργία υλικών υποδομών για δημιουργία πολιτιστικών ομάδων (π.χ. κινηματογραφικές).

Η αριστερή νεολαία, σε μεγάλο βαθμό, έβλεπε τη φοιτητική μάζα σαν ούφο και αντιστρόφως, παρά τη συνήθως αμοιβαία συμπάθεια ή έστω εκτίμηση. Ο τρόπος διασκέδασης, καθημερινής ζωής, ενδυμασίας ή ακόμη και άρθρωσης λόγου, φαινόταν πολλές φορές να διαφέρει τόσο λες και οι μεν και οι δε να προέρχονται από διαφορετικούς πλανήτες. Παρόλα αυτά υπήρξε, ιδίως στα πρώτα στάδια, ένα μεγάλο ενδιαφέρον από αρκετούς φοιτητές να έρθουν κοντά σε αυτούς που θεωρούσαν πως ήταν αγωνιστές, που πάλευαν για ένα κοινό, καλύτερο μέλλον, ασχέτως αν οι δεύτεροι πολλές φορές λόγω της χρόνιας περιχαράκωσης σε ένα ιδιαίτερο κόσμο, παρά τις διαθέσεις τους να ανταποκριθούν, απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε όλον εκείνον τον κόσμο με τον οποίο βρεθήκαμε πλάι-πλάι στην κατάληψη, στη συνέλευση, στην ίδια αλυσίδα, σε αυτούς που μου έδωσαν ή τους έδωσα maalox, όταν το είχαμε ανάγκη… Το αφιερώνω στον κόσμο εκείνο με τον οποίο έχουμε από τότε συναντηθεί, τυχαία ή μη, σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες, αλλά πάντα με την αίσθηση πως κάτι πιο βαθύ μας συνδέει, όσα χρόνια κι αν περάσανε. Το αφιερώνω κυρίως στους ανθρώπους που βρεθήκαμε τότε πολύ κοντά, τον Γιάννη Κ., μαζί με τον οποίο κρατήσαμε την κατάληψη τη σχολής σχεδόν για όλο το διάστημά της, τα παιδιά από τις Πολιτικές Επιστήμες, οι οποίοι κατά βάση ήταν ανένταχτοι και που το πίστεψαν και το πάλεψαν περισσότερο κι από τους θεωρητικά συνειδητοποιημένους, και τη Μαρία που είμαστε μαζί από τότε.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική, Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

6 Responses to Σημειώσεις για τον Μάη του 2006 (κι όσα ακολούθησαν)

  1. Ο/Η Α.Δ. λέει:

    Δεν λεγονται τα πράγματα ακριβώς ..πολλά γωνιάσματα.. ποιος ήταν με την μια αποψη, ποιός με την άλλη .. τι ακριβώς ηταν η Θεσσαλονίκη και το μπλοκ της?? .. ολη η Θεσσαλονίκη ? 0και γιατί ?
    Αυταπάτες και κυβερνητισμός υπήρχαν ?? Από ποιούς ??
    Οι ιδιες αυταπάτες υπήρξαν στις πλατείες το 10 – 12 πανελλαδικά ??

  2. Ο/Η Μάης λέει:

    A) Γράψε τα «πράγματα ακριβώς» και χωρίς γωνιάσματα για να τα συζητήσουμε τότε.
    Β) Το μπλοκ της Θεσ/κης ήταν μπλοκ φοιτητικών συλλόγων, τι ακριβώς θες να μάθεις. Δεν θυμάμαι δύναμη των καταλήψεων πλην ΠΚΣ που να απείχε από αυτό.
    Γ) Κυβερνητισμός τότε…δεν θυμάμαι να υπήρχε υπό την έννοια πως η αριστερά ήταν υπερβολικά μειοψηφική, με βάση τα δεδομένα του «κυβερνητισμού (με ένα ΣΥΡΙΖΑ δυο χρόνια πριν να μπαίνει οριακά στη βουλή). Εκτός αν θεωρούμε ως δεδομένο ότι ρεφορμισμός και προτασεολογία = κυβερνητισμός, άρα αλλάζει η απάντηση. Αυταπάτες ως προς τι;
    Δ) Το να συνδέουμε τις πλατείες με το φοιτητικό κίνημα μου φαίνεται τουλάχιστον άτοπο και μια τελείως διαφορετική συζήτηση. Στο φοιτητικό κίνημα η αριστερά είχε προνομιακή σχέση με αυτό που έγινε, στις πλατείες όχι.

  3. Ο/Η Άγγελος λέει:

    ωραίο κειμενάκι . Θεωρώ πως η Θεσ/νίκη τότε βρισκόταν αρκετά πιο μπροστά από την Αθήνα σε επίπεδο ζυμώσεων και δράσεων. Παρόλα αυτά με αφορμή το κείμενό σου, πρέπει να πούμε ότι αυτή η συζήτηση και διάθεση αυτοκριτικής με αφορμή τα επετειακά 10χρονα γίνεται αρκετά καθυστερημένα και σε ένα βαθμό εκ του ασφαλούς. Αυτά που θυμάμαι τα πρώτα χρόνια μετά το 06/07 σε επίπεδο διδαγμάτων σε κύκλους κυρίως γύρω από τα/την εαακ ήταν παντελής απουσία αυτοκριτικής, μια απόπειρα να λυθούν πολιτικά προβλήματα με οργανωτικούς όρους π.χ. εκλεγμένη συντονιστική επιτροπή κατάληψης με λίστα από τη γεν. συνέλευση, απόπειρες αποκλεισμού βίαιων «στοιχείων» κτλ.. Δεύτερον, η έλλειψη αυτοκριτικής γίνεται εμφανέστερη στο κίνημα του 2011 ενάντια στο νόμο Διαμαντοπούλου που προσπαθεί, κατά τη γνώμη μου, να αντιγράψει τους όρους του 06/07 και αποτυγχάνει, τη στιγμή μάλιστα που στην καθοδήγηση αυτών των αρ. φοιτ. παρατάξεων βρίσκονται σα στελέχη πλέον, αυτοί/ες που είχαν ζήσει το κίνημα του 06/07.

  4. Ο/Η Μάης λέει:

    Άγγελε γεια χαρά,

    Συμφωνώ για την διαπίστωση για τη Θεσσαλονίκη αλλά πρώτα απ’ όλα δεν είμαι ή ήμουν στην/στα ΕΑΑΚ. Στις Αγωνιστικές Κινήσεις του Οικονομικού Α.Π.Θ. ήμουν. Ως εκ τούτου τα στοιχεία για την/τα ΕΑΑΚ αποτελούν κριτική κι όχι αυτοκριτική. Προφανώς εμπεριέχονται και στοιχεία αυτοκριτικής στο κείμενο. Έχει πολύ ενδιαφέρον πως το 06 και το 07 τα ΕΑΑΚ ήταν κάθετα ως προς τη χρήση αιρετών και ανακλητών εκλεγμένων αντιπροσώπων. Κατά τη γνώμη μου αυτό ίσως να σχετίζεται ότι τότε πραγματικά δεν ήξερες που θα καθόταν η μπίλια κι εκείνο το μαζικό κίνημα μπορεί να σε εξέλεγε, μπορεί και όχι. Είχε αναδειχθεί αρκετός κόσμος, ασχέτως το αν χάθηκε στην πορεία…όπως επίσης ανέβηκαν μικρότερες πολιτικές ομάδες στην εκτίμηση ενός κόσμου που πιθανώς να μην τις πολυήξεραν προ καταλήψεων….

    Τον Δεκέμβρη του 07 πήρα πτυχίο κι άρα το τι ακολούθησε δεν το γνωρίζω επ’ ακριβώς…το 06/07 δεν μπορούσε να αντιγραφεί ως τέτοιο διότι οι συνθήκες δεν ήταν οι ίδιες στο πανεπιστήμιο, αν το θες ούτε το 06 αντιγράφηκε το 07. Αλλά αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν μπορεί να κάνει ένα κείμενο και μάλιστα σύντομο.

    Πάντως, τα δέκα χρόνια δεν αποτέλεσαν απόσταση ασφαλείας, αλλά αφορμή να κάτσω επιτέλους να γράψω κάτι.

  5. Ο/Η Άγγελος λέει:

    Δεν είπα ποτέ ότι ήσουν στα ΕΑΑΚ αλλά επειδή κυκλοφορούν και άλλα επετειακά κείμενα στο διαδικτύο τώρα τελευταία. Επίσης η αριστερά τότε ποτέ δεν είπε ότι είναι μειοψηφική, πάντα ο λόγος της ήταν με όρους πλειοψηφίας μέσα στις γσ, ανάλογη ήταν και η πρακτική της. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν αιρετοί και ανακλητοί το 06, όποιος ήθελε συμμετείχε, ενώ το 07 δεν υπήρχε καν συντονιστική επιτροπή κατάληψης αφού το κλίμα ήταν «λουκέτο και φύγαμε». Ακόμα ανάκληση εκπροσώπου δεν θυμάμαι να υπήρξε ποτέ, πιο πολύ σύνθημα ήταν παρά κάτι ουσιαστικό. Για παράδειγμα, θυμάμαι πως υπήρχε ένα θέμα ως προς τη συμμετοχή συγκεκριμένων πάντα Εαακιτών/ισσων στα τηλεοπτικά πάνελ αλλά δεν υπήρχε η δύναμη να επιβληθεί κανείς στα ΕΑΑΚ.

    • Ο/Η Μάης λέει:

      Ούτε το 06 δεν υπήρχαν αιρετοί και ανακλητοί, σε κάποια φάση το 07 πρέπει να το έθεσε η ΠΚΣ αλλά τα ΕΑΑΚ διαφωνούσαν κάθετα. Δεν εξετάζω αν είναι σωστό ή λάθος, απλά εξετάζω πως όποτε τέθηκε και στο βαθμό που τέθηκε, ο στόχος δεν ήταν το προχώρημα του κινήματος αλλά η ποδηγέτησή του. Και οι ενστάσεις από διάφορες δυνάμεις επίσης σχετίζονται με αυτό.

      Η αριστερά στις καταλήψεις δεν ήταν μειοψηφική υπό την έννοια πως οι συγκροτημένες δυνάμεις που υπήρξαν κινητήρια δύναμη των καταλήψεων ήταν αριστερές. Ούτε οι όποιες αναρχικές/αυτόνομες συλλογικότητες έτρεξαν τις καταλήψεις στα πρώτα δύσκολα βήματα (ασχέτως αν συμμετείχαν μετά) ούτε ο ανένταχτος κόσμος. Απλά θεωρώ πως δεν μπόρεσε να υπάρξει η ώσμωση στο βαθμό που θα μπορούσε, μεταξύ οργανωμένων και ανένταχτων αγωνιστών.

      Αυτό για τα πάνελ δεν θυμάμαι να το είχαμε στη Θεσ/κη, θυμάμαι λ.χ. μια εκπομπή στην ΕΡΤ3 που βγήκαν από διάφορες δυνάμεις στο τραπέζι της συζήτησης κι όχι ένα άτομο. Στην Αθήνα ήταν έντονο και θυμάμαι όντως ορισμένους τηλεοπτικούς αστέρες. Στη Θεσ/κη πάντως δεν υπήρξε επιβολή του ενός απέναντι στον άλλο και σε μεγάλο βαθμό είχε να κάνει με το ενιαίο γεωγραφικά πανεπιστήμιο σε συνδυασμό προφανώς με την ύπαρξη κι άλλων αριστερών δυνάμεων που είχαν άλλη άποψη, την εξέφραζαν και την πάλευαν. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως στην τελική έπρεπε ο κάθε σύλλογος να κάνει αυτό που καταλάβαινε και μετά να χρεωθεί τα σωστά και τα λάθη του, παρά να σκοτωνόμαστε με τις ώρες άνευ λόγου και αιτία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s