Αφιέρωμα: 10 χρόνια από τις καταλήψεις του Μάη-Ιούνη του 2006

του Κ.

to pano exo apo to politexnio iΑυτές τις ημέρες συμπληρώνονται 10 χρόνια από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Μάη-Ιούνη του 2006. Ο δίχρονος νεανικός ξεσηκωμός των φοιτητών και σπουδαστών της χώρας που ξεκίνησε το Μάιο του 2006 και ολοκληρώθηκε με το κλείσιμο των τελευταίων καταλήψεων τον Απρίλιο του 2007 αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το φοιτητικό κίνημα και έμελλε να διαμορφώσει τις συνειδήσεις δεκάδων χιλιάδων νέων, των σημερινών 30άρηδων. Αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη στιγμή για το φοιτητικό κίνημα της χώρας, από μια γενιά η οποία είχε παρουσιαστεί ως συμβιβασμένη, “κοιμισμένη” και υποταγμένη στο σύγχρονο life style της τότε εποχής, των reality και της λοιπής πολιτιστικής σαβούρας, στην οποία είχε επενδύσει το καπιταλιστικό σύστημα για να διαμορφώσει τη συνείδηση της γενιάς που ήταν προδιαγεγραμμένο να ζήσει στις συνθήκες της πρωτοφανούς καπιταλιστικής κρίσης που ξέσπασε (αποκαλύφθηκε) μέσα από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 στις ΗΠΑ. Εκεί περίπου βρίσκονταν και τα αίτια προώθησης του νόμου-πλαισίου από την τότε κυβέρνηση της ΝΔ. Στην προσαρμογή δηλαδή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις συνθήκες κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος. Με έμφαση φυσικά τόσο στην αναπροσαρμογή της ως κατανεμητικού μηχανισμού των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, όσο και στον ιδεολογικό της ρόλο, που μοιραία έπρεπε να απαγκιστρωθούν οι φοιτητικές μάζες από τις κινηματικές παραδόσεις των φοιτητικών συλλόγων. Ταυτόχρονα, η εξέγερση στην Οαχάκα του Μεξικού, αλλά και οι κινητοποιήσεις της Γαλλικής νεολαίας ενάντια στο “Σύμφωνο Πρώτης Απασχόλησης” (CPE) επηρέασε ένα τμήμα (κυρίως της κινηματικής-αριστερής-προοδευτικής) νεολαίας και έδειξε το δρόμο για το πώς παλεύει η νέα γενιά την επίθεση του συστήματος. Ενώ δεν θα πρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη ότι, όχι πολλά χρόνια νωρίτερα, είχαν προηγηθεί οι μαθητικές καταλήψεις ενάντια στο νόμο Αρσένη, όπως και το ότι οι φοιτητές και σπουδαστές του 2006 και συμμετείχαν μαζικά στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ το 2003, δίνοντας ζωντάνια και μαχητικότητα. Αυτά τα άμεσα ή έμμεσα κινηματικά βιώματα επέδρασαν θετικά ως προς την αγωνιστική έκφραση της σπουδάζουσας νεολαίας το 2006.

Οι αιχμές του νόμου πλαισίου και οι συνθήκες στους φοιτητικούς συλλόγους

Από την αρχή του ακαδημαϊκού έτους 2005-06 το Υπουργείο Παιδείας έδειχνε επιθετικές διαθέσεις στην κατεύθυνση της νομοθέτησης νέων νόμων με στόχο την εναρμόνιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις επιταγές των κοινοτικών συνόδων της Μπολόνια και της Λισαβόνας. Έτσι ήδη από το τέλος του 2005 καταθέτει στη Βουλή και ψηφίζονται οι νόμοι για την Αξιολόγηση και τη Δια Βίου Μάθηση. Για να ολοκληρώσει ωστόσο την επίθεση στα λαϊκά δικαιώματα στην εκπαίδευση, ετοιμάζεται πυρετωδώς, μέσα από μια διαδικασία υποτιθέμενου κοινωνικού διαλόγου υπό το Θάνο Βερέμη, για να συνταχθεί ένας νόμος-πλαίσιο που θα περιλαμβάνει ένα πακέτο μέτρων που θα περιορίζουν κατεκτημένα φοιτητικά δικαιώματα. Βασικοί άξονες του νόμου αυτού αποτελούν:

  1. Η θέσπιση ανώτατου ορίου φοίτησης τα ν+2 χρόνια.
  2. Η υιοθέτηση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων σε αντικατάσταση του ενιαίου πτυχίου.
  3. Το πολλαπλό σύγγραμμα για κάθε μάθημα.
  4. Η κατάργηση του ασύλου.
  5. Η θέσπιση πειθαρχικών συμβουλίων και παραβάσεων για την καταστολή, ουσιαστικά, του φοιτητικού κινήματος.

Εδώ να επισημάνω φυσικά ότι στα νομοσχέδια περιλαμβάνονταν και μια σειρά από άλλες διατάξεις τις οποίες, λόγω της χρονικής απόστασης, αλλά και τις αποκοπής μου από τους φοιτητικούς χώρους δεν θα μπορούσα να αναφέρω. Ωστόσο, οι πιο σημαντικοί άξονες ήταν αυτοί σε σχέση με το νόμο-πλαίσιο. Το βασικότερο δε σημείο που ξεσήκωσε τις φοιτητικές μάζες ήταν το ανώτατο όριο φοίτησης, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι θα απέκλειε από το πτυχίο εκατοντάδες χιλιάδες που χαρακτηρίστηκαν ως “αιώνιοι” φοιτητές. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ήταν το μόνο σημείο πάνω στο οποίο αναδιπλώθηκε το σύστημα με το ν+ν/2 στην αρχή και το 2ν στο τελικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε κιόλας. Ταυτόχρονα, έγινε αντιληπτό σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα των φοιτητών και σπουδαστών της χώρας, ότι το ανώτατο όριο φοίτησης σε συνδυασμό με την υιοθέτηση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων ισοδυναμούσε με κατάργηση του πτυχίου τουλάχιστον με τη μορφή που είχε κατοχυρωθεί στη συνείδηση της κοινωνίας, δηλαδή με την κατοχύρωση αντίστοιχων επαγγελματικών δικαιωμάτων. Συνολικά, μια ολόκληρη γενιά διαπίστωσε ότι δέχεται βάναυσο χτύπημα των κεκτημένων δικαιωμάτων της και διαισθανόταν ότι θα αποτελέσει την πρώτη γενιά στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας που θα κληθεί να ζήσει σε δυσμενέστερες συνθήκες από ό,τι οι γονείς της. Αυτά τα δεδομένα, εν συντομία, ήταν που οδήγησαν στο μεγάλο νεανικό ξεσηκωμό του Μάη-Ιούνη του 2006. Καλό θα ήταν φυσικά να γίνει μια επισήμανση. Ο νόμος-πλαίσιο αποτέλεσε την αρχή μιας άγριας επίθεσης στα δικαιώματα του λαού και της εργατικής τάξης. Ακολούθησε το ασφαλιστικό της Πετραλιά και τα μέτρα που συνόδευσαν την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξεκίνησε το 2008. Κατά συνέπεια, η φοιτητική και σπουδαστική νεολαία έδωσε μια μάχη για την ανάσχεση της επίθεσης του κεφαλαίου στα λαϊκά δικαιώματα, για λογαριασμό όλου του λαού.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Φυσικό ΑΠΘ: Εκδήλωση με εργαζόμενους συνδικαλιστές

Μια μικρή ανασκόπηση των γεγονότων

Η κατάσταση στους φοιτητικούς συλλόγους πριν τις καταλήψεις δεν ήταν και η καλύτερη που είχε υπάρξει μέχρι τότε. Φυσικά ήταν πολύ πιο συγκροτημένοι οι σύλλογοι σε σχέση με σήμερα, όμως δεν ήταν μια περίοδος όπου υπήρχε ζωντάνια και διεργασίες στα φοιτητικά αμφιθέατρα. Αντίθετα, υπήρχαν οι κλασικές συνελεύσεις όπου οι δυνάμεις της αριστεράς μπορούσαν με την οργανωτική τους δύναμη να εγγυηθούν καταστατική απαρτία. Με την έναρξη των διαδικασιών κατάθεσης του νομοσχεδίου ωστόσο (με την πάγια τακτική του Υπουργείου να επιλέγει την περίοδο εξεταστικής για να βάζει αντίβαρο κόστους στις φοιτητικές κινητοποιήσεις) βλέπουμε μια αλλαγή κλίματος και τα αμφιθέατρα των συνελεύσεων μαζικοποιούνται σταδιακά. Αρχικά τα πλαίσια της κατάληψης ήταν από τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (κυρίως ΕΑΑΚ και όπου υπήρχαν Αγωνιστικές Κινήσεις, Αριστερά Σχήματα, ΣΣΠ και άλλα αυτόνομα σχήματα). Στη συνέχεια σύρθηκαν στα πλαίσια του αγώνα  τόσο η ΠΚΣ παρά την εχθρική αρχική της στάση, όσο και η ΠΑΣΠ. Η πρώτη λόγω της πίεσης του κόσμου και της κατάστασης, η δεύτερη κυρίως οπορτουνίζοντας και θέλοντας να δημιουργήσει υποκειμενικούς όρους και τη συγκρότηση ρεύματος συμβιβασμού εντός του κινήματος. Η ΠΑΣΠ φυσικά ποτέ δεν αξίωσε να παρέμβει στις κεντρικές διαδικασίες του κινήματος, συντονιστικά πόλεων ή την όποια προσπάθεια για πανελλαδικά συντονιστικά, ενώ ακόμα και η συμμετοχή της στις επιτροπές καταλήψεων ήταν αποσπασματική. Η δε ΠΚΣ παρότι ήταν παρούσα και έθετε τα ζητήματά της με την είσοδό της στα κοινά πλαίσια, δεν κατάφερε να αμφισβητήσει την πολιτική ηγεμονία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, η οποία αξιοποιώντας το κύρος της συμβολής στην αγωνιστική έκφραση του αναβρασμού της νεολαίας είχε την πρωτοκαθεδρία στο κίνημα. Η οργανωτική υπεροχή των ΕΑΑΚ ήταν αναμφισβήτητη φυσικά σε σχέση με τις υπόλοιπες δυνάμεις και είχαν το κύριο λόγο σε σχέση με το σχεδιασμό για το προχώρημα του κινήματος. Ήταν η πρώτη φορά μετά το ’91 που η εξωκοινοβουλευτική αριστερά βρέθηκε στην ηγεσία ενός τόσου μαζικού και σημαντικού κινήματος και αναμετρήθηκε με τις δυνάμεις της και τις δυνατότητές της.

Οι καταλήψεις του Μάη- Ιούνη, μέσα από τον αυθορμητισμό τους, τη μαχητικότητα όπως αυτή εκφράστηκε στις διαδηλώσεις, αποτύπωσε τις δυνατότητες που έχει το κίνημα της νεολαίας. Συγκρούστηκε με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, μέτρησε εχθρούς και φίλους και κατάφερε να αναγκάσει το Υπουργείο να μην καταθέσει τη δεδομένη χρονική στιγμή το νομοσχέδιο. Έσπασε κανονικότητες, τείχη και περιχαρακώσεις των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και αποτέλεσε την πιο οργανωμένη μορφή έκφρασης της αγωνιστικής διάθεσης του λαού τα τελευταία χρόνια. Με ζωντανές και πραγματικές διαδικασίες βάσης, όπως οι γενικές συνελεύσεις και οι ουσιαστικές επιτροπές καταλήψεων, αλλά και με μαζική συμμετοχή ανένταχτων φοιτητών με πλατιά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια απεύθυνσης στην κοινωνία και η αναζήτηση συμμαχίας με τους εργαζόμενους ήταν επίσης κάτι το πρωτοφανές για το φοιτητικό κίνημα.

Η ζωντάνια, η μαχητικότητα και η μαζικότητα των κινητοποιήσεων οδήγησε στο να αναβληθεί η ψήφιση του νόμου-πλαισίου τον Ιούνη του 2006 και να ξεκινήσει το Υπουργείο Παιδείας μια διαδικασία διαλόγου για την Τριτοβάθμια, στην κατεύθυνση της αναζήτησης συναίνεσης για να συνεχίσει ακάθεκτη το χτύπημα των λαϊκών δικαιωμάτων στις σπουδές. Ταυτόχρονα, όμως, η φοιτητική νεολαία δεν έπεσε σε αυτή την “παγίδα” και απέρριψε το λεγόμενο κοινωνικό διάλογο.

Το φθινόπωρο του 2006, και ενώ το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σε περίοδο αναμονής της κατάθεσης του νόμου-πλαισίου, έχουμε την απεργία των δασκάλων. Η απεργία ανέδειξε τη δυνατότητα ενός πιο διευρυμένου μετώπου αντιπαράθεσης με το σύστημα. Ωστόσο δεν έγινε δυνατή μια συμπόρευση του φοιτητικού κινήματος με την απεργία των εκπαιδευτικών, παρότι στις διαδηλώσεις τα μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων είχαν μαζική συμμετοχή. Αυτό συνέβη τόσο γιατί το φοιτητικό κίνημα είχε μόλις βγει από έναν μαχητικό αγώνα τον περασμένο Μάη-Ιούνη και περνούσε περίοδο ανασύνταξης των δυνάμεών του, όσο και γιατί ο συσχετισμός δυνάμεων εντός του συνδικαλιστικού κινήματος στη ΔΟΕ ήταν υπέρ των δυνάμεων του συστήματος και των ρεφορμιστών που θα απέφευγαν μια πιθανότητα ενός διευρυμένου μετώπου από την πλειοψηφία του κόσμου της Εκπαίδευσης. Φυσικά και οι ευθύνες τις Αριστεράς είναι έντονες για τη μη ουσιαστική σύνδεση των δύο αυτών αγώνων, αλλά για την Αριστερά και τις ευθύνες της θα γίνει ξεχωριστή αναφορά πιο κάτω.

Μετά τη φάση “ανακωχής” από το Σεπτέμβρη έως και τις διακοπές των Χριστουγέννων, το φοιτητικό κίνημα ανασύνταξε τις δυνάμεις του και ξεκίνησε το Γενάρη ένα νέο γύρο συνελεύσεων και καταλήψεων. Αυτή τη φορά η μαζικότητα και ο αυθορμητισμός είχαν ελαφρώς υποχωρήσει, ωστόσο η συνειδητοποίηση ήταν ποιοτικά αναβαθμισμένη. Το φοιτητικό κίνημα μπήκε σε ένα τρίμηνο αγώνα συνελεύσεων – καταλήψεων – διαδηλώσεων (το τρίπτυχο όπως τέθηκε από το ίδιο το κίνημα) και συγκρούστηκε με το σύστημα ολόπλευρα. Κατάφερε στις 22 του Φλεβάρη να δημιουργήσει ρήγμα στο αστικό σύστημα και να αποτρέψει, μέσω της εναντίωσής του με την κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, συνολικά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Παρά το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν τριγμοί και το φοιτητικό κίνημα κατάφερε να δημιουργήσει πρόβλημα στο σύστημα, η κυβέρνηση κατέθεσε και ψήφισε το νόμο-πλαίσιο στις 8 Μάρτη του 2007 μετά από βάναυσο χτύπημα της μεγάλης φοιτητικής διαδήλωσης στην Αθήνα. Ήταν η έναρξη ενός κύκλου άγριας καταστολής απέναντι στη νεολαία, αλλά και συνολικά το λαό που “καθιερώθηκε” τα επόμενα χρόνια από τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου. Οι καταλήψεις συνεχίστηκαν και μετά την ψήφιση του νόμου, ωστόσο είχε αρχίσει να δημιουργείται μια τάση εντός του για σταμάτημα των κινητοποιήσεων. Έτσι σταδιακά και έως τις διακοπές του Πάσχα όλοι οι σύλλογοι σταμάτησαν τις καταλήψεις, καθώς η ΠΚΣ και οι δύο εκ των τριών οργανώσεων των ΕΑΑΚ υιοθέτησαν την τακτική των “εναλλακτικών μορφών δράσης”, του “μπλοκαρίσματος της εφαρμογής του νόμου στην πράξη”. Οι δυνάμεις που επέμειναν να υποστηρίζουν τη γραμμή της συνέχισης των καταλήψεων ήταν μειοψηφία στο μπλοκ του αγώνα όπως είχε διαμορφωθεί και κατά συνέπεια δεν κατόρθωσαν να αντιπαρατεθούν με τις δυνάμεις που ουσιαστικά πρότειναν το σταμάτημα (με “όρους κινήματος” όπως λέγανε) των καταλήψεων.

apo to glenti sto steki stobilogiko

Βιολογικό ΑΠΘ

Κάποια σχόλια σε σχέση με τη στάση της Αριστεράς

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η συμβολή των ΕΑΑΚ για το ξεκίνημα των καταλήψεων ήταν καθοριστική. Η μαχητικότητα και η οργανωτική ανάπτυξη των σχημάτων της ΕΑΑΚ έδωσε τη δυνατότητα να αναδειχθεί το ζήτημα του νόμου-πλαισίου και μπόρεσε να εκφραστεί η αρχική κρίσιμη μάζα. Φυσικά και οι λοιπές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και Αυτόνομα Σχήματα συνέβαλαν στην εκκίνηση των κινητοποιήσεων, αλλά κατά κύριο λόγο τα ΕΑΑΚ ήταν ο χώρος στον οποίο πιστώνεται αυτή η συμβολή. Η κριτική που ακολουθεί δεν είναι φυσικά στις αγωνιστικές διαθέσεις των φοιτητών και σπουδαστών των ΕΑΑΚ, αλλά στις ηγεσίες των οργανώσεών τους. Έτσι λοιπόν, οι ηγεσίες των οργανώσεων των ΕΑΑΚ (βασικά του ΝΑΡ και της ΑΡΑΝ) βρέθηκαν στην κεφαλή ενός κινήματος το οποίο ξέφευγε από τα όρια και τις δυνατότητες της πολιτικής τους εμβέλειας. Από την έναρξη των κινητοποιήσεων του Γενάρη-Μάρτη του ’07 ο προσανατολισμός τους ήταν το πλασάρισμά τους στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Η σκέψη τους ήταν στις βουλευτικές εκλογές που εκτιμούσαν όλοι ότι θα ακολουθήσουν. Έτσι από τη μία η ηγεσία της ΑΡΑΝ είχε στο νου της πώς θα δημιουργήσει τους όρους ώστε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (εννοώντας κυρίως τα ΕΑΑΚ) και από την άλλη το ΝΑΡ πώς θα καταφέρει να διατηρήσει την ηγεμονία του στον ίδιο χώρο. Έτσι η δραστηριοποίηση της ηγεσίας της ΑΡΑΝ δεν ήταν στην κατεύθυνση της υποστήριξης του φοιτητικού κινήματος και της διαμόρφωσης όρων για τη συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων και τη συστράτευση των λοιπών λαϊκών στρωμάτων, αλλά στη διαδικασία συγκρότησης συμμαχιών (βλ. ΣΕΚ) με στόχο την υποστήριξη της παρουσίας της στο πολιτικό σκηνικό. Το ΝΑΡ πάλι, επιχείρησε να απαντήσει αυτές τις προσπάθειες και να διατηρήσει τον ηγεμονικό του ρόλο εντός του συγκεκριμένου χώρου. Φυσικά, αναδείχθηκαν και διάφορες πλευρές που έχουν να κάνουν με τα πολιτικά αδιέξοδα που έχει αυτός ο χώρος και τη ρεφορμιστική λογική που τον διακρίνει και που έθεσε τη βάση για τις μετέπειτα επιλογές του. Έτσι σε κεντρικό επίπεδο, το ΝΑΡ αρνούνταν τη συγκρότηση πρωτοβουλιών ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 Σ. που θα άνοιγαν ευρύτερα το ζήτημα και στο χώρο των εκπαιδευτικών, αλλά και στην υπόλοιπη κοινωνία. Αντίθετα, θεωρούσε ότι το κίνημα οφείλει να συγκροτήσει πρόταση για ένα νέο (κόκκινο) Σύνταγμα, αγνοώντας και τους συσχετισμούς που είναι δυσμενείς για την εργατική τάξη και το λαό, αλλά και πάνω σε ποια βάση θα μπορούσε και έπρεπε να συγκροτηθεί το φοιτητικό κίνημα και να αποκτήσει και τις συμμαχίες του. Αυτός ήταν και ο λόγος που στην Αθήνα δεν κατάφερε να συγκροτηθεί μια αντίστοιχη Πρωτοβουλία Ενάντια στην Αναθεώρηση του Άρθρου 16 όπως στη Θεσσαλονίκη, που αφενός αποτέλεσε την πιο συγκροτημένη προσπάθεια υποστήριξης του φοιτητικού κινήματος, αφετέρου στη συνέχεια εξελίχθηκε σε Πρωτοβουλία Ενάντια στο Ασφαλιστικό Πετραλιά το 2008. Είναι σαφές ότι αυτή η πρώτη φορά στην οποία βρέθηκαν να “ηγούνται” οι δυνάμεις των ΕΑΑΚ ήταν “τραυματική” για τις ίδιες, καθώς είδαν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, ότι το κίνημα δεν ανασυγκροτείται με κόλπα και ευχολόγια, πόσο μάλλον ότι με κινήσεις εντυπωσιασμού δεν καταφέρνει να πραγματοποιεί υλικές νίκες. Η εμμονή τους στο να διεξάγονται μόνο πανελλαδικές πορείες στην Αθήνα και να υποτιμούν την αναγκαιότητα μαζικών διαδηλώσεων σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας αποτέλεσε έκφραση ακριβώς της ίδιας αναζήτησης εύκολων λύσεων που πηγάζει από τις αυταπάτες για τα πραγματικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος. Η μάχη ήταν και παραμένει μάχη κινητοποίησης των μαζών, μια μάχη που θα διαμορφώσει συνειδήσεις, θα συγκροτεί κινηματικές δομές. Αυτή η διαδικασία είναι και μακροχρόνια και ψυχοφθόρα, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος για το κίνημα. Η αντιπαράθεση δεν έχει φτάσει στο σημείο της τελικής σύγκρουσης, ούτε της ιστορικής ευκαιρίας, όπως διατείνονταν αυτές οι δυνάμεις. Και ακριβώς στις ίδιες προβληματικές εντάσσεται και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν το επόμενο διάστημα την ήττα του κινήματος, αλλά και τα γεγονότα που ακολούθησαν από το 2008 και έπειτα.

Το ΚΚΕ από την άλλη, είχε ήδη τη ρετσινιά της αρχικής εναντίωσης της ΠΚΣ στην έναρξη του κινήματος. Το κύρος του στις φοιτητικές μάζες είχε “λερωθεί” λόγω της πρώτης στάσης του. Ωστόσο, η αλλαγή της κατεύθυνσής του και η σύμπραξή του στα πλαίσια του αγώνα του έδωσαν τη δυνατότητα αντιστροφής αυτού του κλίματος. Ωστόσο, η αγωνιώδης προσπάθειά του διαχωρισμού από το υπόλοιπο αγωνιστικό μέτωπο, δημιουργούσε την αίσθηση ότι αναζητά την ευκαιρία αποχώρησης από το κίνημα. Στην προσπάθεια αντιπαράθεσης με τα ΕΑΑΚ έθετε συνεχώς το ζήτημα του ανοίγματος του αγώνα στους εργασιακούς χώρους. Αυτή η κατεύθυνση αποτέλεσε σημαντική προσθήκη για τα όσα κατέκτησε το φοιτητικό κίνημα, καθώς συγκροτήθηκαν ομάδες εξορμήσεων που δούλεψαν με όσες δυνάμεις είχαν σε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, αυτή η κατεύθυνση ήταν ελλιπής καθώς ουδέποτε συνδυάστηκε με αντίστοιχη προσπάθεια του ΚΚΕ ή του ΠΑΜΕ να αναδείξει τον αγώνα στους χώρους δουλειάς ή στις γειτονιές και να εντάξει σε αυτόν ευρύτερες λαϊκές μάζες. Αντίθετα, η λεγόμενη “τρίμηνη καμπάνια του Κόμματος για θέματα Παιδείας” αντί να αποτελέσει το μέσο για την υποστήριξη του φοιτητικού κινήματος, είχε τα χαρακτηριστικά ανάδειξης της πρότασης του ΚΚΕ για τη “Λαϊκή Παιδεία”, δηλαδή αποτέλεσε στάση μη ανάληψης της ευθύνης ενός αγώνα που είχε όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε μια συνολική αντιπαράθεση της νεολαίας αλλά και όλου του λαού με το χτύπημα των δικαιωμάτων του. Ως ο μόνος πολιτικός χώρος που είχε τις δυνατότητες να κινητοποιήσει μεγάλο τμήμα του λαού, φέρει τις αντίστοιχες ευθύνες για την εξέλιξη του κινήματος.

Για το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ τα ζητήματα παρουσιάζουν κάποιες ιδιαιτερότητες. Μέχρι και το φοιτητικό κίνημα του Μάη- Ιούνη οι δυνάμεις του συγκεκριμένου χώρου στη νεολαία ήταν περιορισμένες. Δεν είχε ούτε κάποια ιδιαίτερη μαζικότητα, αλλά ούτε και στελέχη και παρουσία που να μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις στο φοιτητικό κίνημα. Η πολιτική του επίδραση ήταν τόσο σε σχέση με την παρουσία του στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό (θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάλυπτε την απουσία του χώρου των ΕΑΑΚ) όσο και μέσα από τα συνδικαλιστικά όργανα των μελών ΔΕΠ (καθηγητών πανεπιστημίου). Και με τους δύο τρόπους επιχειρούσε να μπολιάσει το κίνημα με τη ρεφορμιστική αντίληψη, τη γραμμή του συμβιβασμού και του εναλλακτικού δρόμου. Ωστόσο αυτό που χαρακτήριζε τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο τυχοδιωκτισμός του για να μπορέσει να υπηρετηθεί η οργανωτική του ανάπτυξη. Και τα κατάφερε. Συγκρότησε την ΑΡΕΝ όταν οι φοιτητικοί σύλλογοι μάχονταν, αντί να ρίξει τις δυνάμεις του στην υποστήριξη του αγώνα. Απέκτησε υπόσταση στους συλλόγους, και έθεσε τις βάσεις για την οργανωτική και εκλογική του ανάπτυξη. Μέσα από τους τυχοδιωκτισμούς του να μην τοποθετείται ανοιχτά για τα ζητήματα, να μην έρχεται ποτέ και με κανένα σε ρήξη, υπηρέτησε πιστά το σχέδιό του, που οδήγησε στην οργανωτική του ανάπτυξη που τον βοήθησε τα επόμενα χρόνια να εδραιωθεί στη νεολαία και να παίξει το ρόλο που εν τέλει έπαιξε. Προφανώς ουδέποτε ανέλαβε κάποια ευθύνη για την υπηρέτηση του φοιτητικού κινήματος και ανοίγματός του στην κοινωνία.

Οι λοιπές εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις χαρακτηρίστηκαν από ακολουθητισμό απέναντι στα ΕΑΑΚ. Με εξαίρεση το ΚΚΕ(μ-λ) και τις Αγωνιστικές Κινήσεις που επιχείρησαν να θέσουν μια άλλη κατεύθυνση τόσο εντός των φοιτητικών συλλόγων, όσο και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Οι Αγωνιστικές Κινήσεις διαρκώς αντιπαρατίθεντο με τη λογική των εύκολων λύσεων και των κινήσεων εντυπωσιασμού. Επιχείρησαν να αναδείξουν ότι η μάχη αυτή έχει ταξικό προσανατολισμό και δίνεται για λογαριασμό όλου του λαού. Κατά συνέπεια το φοιτητικό κίνημα αναγκάστηκε να αναμετρηθεί με τις αδυναμίες που είχε συνολικά το λαϊκό κίνημα. Έπρεπε να αμφισβητήσει την αποσυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, να διευρυνθεί το μέτωπο του αγώνα σε χώρους δουλειάς και στις γειτονιές, ενώ ταυτόχρονα να στηριχθούν με πολιτικό τρόπο οι κινητοποιήσεις βαθαίνοντας τη συζήτηση γύρω από το χαρακτήρα του καπιταλιστικού- ιμπεριαλιστικού συστήματος και της επίθεσης στα δικαιώματα του λαού. Λόγω των αδυναμιών σε οργανωτικό, στελεχικό και πολιτικό επίπεδο, οι Αγωνιστικές Κινήσεις όχι μόνο δεν κατάφεραν να κοντράρουν την επικράτηση ρεφορμιστικών λογικών (παρότι το κάνανε ίσως και πάνω από τις δυνατότητές τους) αλλά δεν κατάφεραν να βγουν ενισχυμένες αισθητά από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις στα τρία παραπάνω επίπεδα. Στο ΚΚΕ(μ-λ) πιστώνεται η συγκρότηση της Πρωτοβουλίας Ενάντια στην Αναθεώρηση του Άρθρου 16 στη Θεσσαλονίκη, που ήταν το πιο συγκροτημένο μόρφωμα που συγκροτήθηκε για την υποστήριξη του φοιτητικού κινήματος. Ιδιαίτερα μέσα από τη δράση του κατάφερε η Πρωτοβουλία και διατήρησε αυτό το πολιτικό περιεχόμενο σε αντιπαράθεση με τη λογική του ΝΑΡ, που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ωστόσο και το ΚΚΕ(μ-λ) δεν κατάφερε ούτε να συγκροτήσει αντίστοιχες πρωτοβουλίες σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, αξιοποιώντας έστω τις κοινές δημοτικές κινήσεις που είχαν συμμετάσχει στις δημοτικές εκλογές του 2006.

Ο χώρος της Αναρχοαυτονομίας κατάφερε να έχει την πρώτη δυναμική εμφάνισή του στα κινηματικά δρώμενα με έναν οργανωμένο τρόπο και σε ώσμωση με τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Η παρουσία του χώρου στον αγώνα έθεσε τις βάσεις για την μετέπειτα μαζικοποίησή του και τον αναβαθμισμένο ρόλο που είχε το Δεκέμβρη του ’08. Κατά τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος είχε μια στάση συμπληρωματική στα ΕΑΑΚ κατά κύριο λόγο, αλλά και υποστήριξης της οργανωτικής του ανάπτυξης.

μαης ιουνης πορεια

Κάποια συμπεράσματα συνολικά για το κίνημα

Το κίνημα του Μάη-Ιούνη του 2006 στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά, αυτή των σημερινών τριαντάρηδων. Κάποια πράγματα αναφέρθηκαν και στην αρχή επιγραμματικά, ωστόσο καλό θα ήταν να επεκταθούν κάποια ζητήματα. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις μας μάθανε να παλεύουμε συλλογικά, μας έφεραν σε επαφή με το μαζικό- οργανωμένο κίνημα. Η αξία της συλλογικής πάλης αποτυπώθηκε και αποτυπώνεται ακόμα και σήμερα σε αυτή τη γενιά. Η ισοπέδωση των δικαιωμάτων που ακολούθησε στα χρόνια της “κρίσης” οδήγησε σε αντιδράσεις και κινητοποιήσεις, ενώ η στάση των μαζών επηρεάστηκε αθροιστικά από το προηγούμενο των φοιτητικών αγώνων. Το γεγονός ότι με την κατάρρευση των παραδοσιακών αστικών δυνάμεων ο κόσμος στράφηκε προς τα αριστερά, έχει να κάνει και με την ύπαρξη τέτοιων αγώνων στο κοντινό παρελθόν. Άσχετα αν η λογική που επικράτησε ήταν αυτή του ΣΥΡΙΖΑ που εν τέλει κατέληξε εκεί που κατέληξε. Η επίδραση των κινητοποιήσεων στην πολιτική κουλτούρα όσων συμμετείχαν είναι εμφανής. Έσπασε διάφορα στεγανά (ιδίως στη σχέση με κόσμο του ΚΚΕ και την επαφή του με την υπόλοιπη Αριστερά) και δημιούργησε μια κουλτούρα συνεννόησης και διαλόγου μεταξύ της Αριστεράς. Ωστόσο όλο αυτό οδήγησε τις ηγεσίες της Αριστεράς σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα, λογικές πόλων και απομονωτισμού. Ωστόσο αυτό είχε να κάνει κυρίως με τις μεταγενέστερες εξελίξεις και όχι με το ίδιο το φοιτητικό κίνημα.

Σε πολιτιστικό επίπεδο υπήρξε μια στροφή της νεολαίας. Σε μαζική κλίμακα υπήρξε μια αποστοίχιση από τα κυρίαρχα πολιτιστικά πρότυπα και τη “σαβούρα” που καλλιεργηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Απέκτησαν πολλοί νέοι επαφή με το ρεμπέτικο, αλλά και άλλα είδη μουσικής ή μορφές τέχνης σε αντίθεση με ό,τι συνηθίζονταν έως τότε. Κατακτήθηκε η έννοια της συλλογικότητας και της συλλογικής πάλης μέσα από επιτροπές, οι οποίες είχαν ουσιαστικό ρόλο στη συζήτηση και την οργάνωση του κινήματος.

Δεν θα μπορούσε ωστόσο, όπως και δεν έγινε, να ανακόψει το φοιτητικό κίνημα την πορεία της συνολικής αποσυγκρότησης του λαϊκού κινήματος. Πόσο μάλλον όταν δεν μπόρεσε να έχει νικηφόρα έκβαση για τα δικά του ζητήματα. Ωστόσο έδωσε την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν κάποια ζητήματα σε σχέση με τη διαφορά γραμμών εντός της Αριστεράς (άσχετα αν από αδυναμία της επαναστατικής Αριστεράς αυτό συνέβη υπέρ της ρεφορμιστικής αντίληψης), να γίνουν αντιληπτά στοιχεία της φύσης του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και ότι η επίθεσή του στα δικαιώματα του λαού θα είναι επίμονη. Όλα αυτά φυσικά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά σε ένα πρωτόλειο επίπεδο και έθεσαν τις βάσεις ώστε να είναι προετοιμασμένο ένα δυναμικό για τις εξελίξεις που ακολούθησαν. Είναι άλλης τάξεως το ζήτημα για το αν υπήρξαν διεργασίες και ζύμωση του κόσμου με τις αριστερές και επαναστατικές ιδέες, ώστε όσα κατακτήθηκαν και σε όσα συνέβαλαν οι κινητοποιήσεις του 2006 και 2007 να αποκτήσουν πιο στέρεα χαρακτηριστικά και να δομηθούν σε νέα βάση και να εξυπηρετήσουν τις αναγκαιότητες που δημιουργήθηκαν τα χρόνια από την “έναρξη της κρίσης” έως σήμερα. Το κίνημα του Μάη-Ιούνη και του Γενάρη-Μάρτη το 2006 και 2007 αντίστοιχα, αποτέλεσε ένα εκ των κορυφαίων στιγμών του φοιτητικού κινήματος στα σύγχρονα χρόνια και θα (πρέπει να) μνημονεύεται από τις γενιές των φοιτητών και λοιπών νέων της χώρας μας.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική, Uncategorized and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s