Ένα ασαφές και συγκεχυμένο αποτέλεσμα

Ρόζα Λούξεμπουργκ

rosaΗ βελγική απεργία δεν αξίζει μόνον τη συμπάθεια και τον θαυμασμό της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας ως σημαντική εκδήλωση των προσπαθειών και των επιτευγμάτων των μαχόμενων προλεταριακών μαζών, αλλά είναι επίσης πολύ κατάλληλη για να γίνει από μέρους της αντικείμενο σοβαρής κριτικής εξέτασης και κατά συνέπεια πηγή διδαγμάτων. Η απεργία του Απρίλη, που κράτησε 10 μέρες, δεν είναι απλό επεισόδιο, ένα νέο κεφάλαιο στη σειρά αγώνων του βελγικού προλεταριάτου για την επίτευξη της ισότητας και της καθολικότητας του δικαιώματος ψήφου, αγώνες που διαρκούν από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 και που όπως φαίνεται βρίσκονται ακόμη μακριά από το τέρμα τους. Αν λοιπόν δεν θέλουμε, κατά την επίσημη συνήθεια, να επιδοκιμάζουμε πάντα και σε κάθε περίσταση ότι κάνει ή δεν κάνει το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, πρέπει, μπροστά σε αυτή τη νέα αξιοσημείωτη επίθεση του βελγικού εργατικού κόμματος στο πλαίσιο των αγώνων του για το εκλογικό δικαίωμα,να αναρωτηθούμε: Αυτή η απεργία αποτελεί ένα βήμα μπροστά στη γενική γραμμή του αγώνα; Αποτελεί ιδιαίτερα μια καινούρια μορφή αγώνα, μια νέα αλλαγή τακτικής που θα χρησίμευε για να πλουτίσει από σήμερα τις μεθόδους πάλης του βελγικού και ίσως και του διεθνούς προλεταριάτου;

Αυτή η τελευταία ερώτηση είναι ακόμη πιο δικαιολογημένη, γιατί οι ηγέτες του βελγικού κόμματος, όποια και αν είναι η τακτική τους θέση, αντιπαραθέτουν με μεγάλο πάθος την απεργία του Απρίλη στις προηγούμενες βελγικές απεργίες τις σχετικές με το εκλογικό δικαίωμα, καθώς και με τις μαζικές απεργίες που έχουν γίνει σε άλλες χώρες, και την εκθειάζουν σαν ένα νέο όπλο στο οπλοστάσιο του μαχόμενου προλεταριάτου. Στη μικρή μηνιαία επιθεώρηση του Horstal, Εργατική Πάλη, ο de Brouckère έγραφε τον Μάρτη:

«Είναι η τρίτη φορά που θα κάνουμε απεργία για την ισότητα του δικαιώματος ψήφου και σε άλλες χώρες έχουν ήδη απεργήσει για τον ίδιο σκοπό. Η απεργία στις 19 Απρίλη δεν αποτελεί καθόλου ένα καινούργιο γεγονός τόσο σχετικά με την πιθανή της διάρκεια όσο και με το πνεύμα που προετοιμάστηκε. Αυτή η απεργία δεν θα μοιάζει ούτε με τις λαίλαπες του 1893 και του 1902, ούτε με τις βραχύχρονες πολιτικές απεργίες στη Σουηδία και στην Αυστρία, ούτε και με τις επαναστατικές απεργίες στη Ρωσία. Θα είναι μια πρώτη προσπάθεια για να διεξαχθεί μια πολιτική απεργία με τις ίδιες αρχές που κάνουν τόσο αποτελεσματικά τα συνδικαλιστικά κινήματα, ή με άλλα λόγια, μια προσπάθεια να επεκταθεί η συνδικαλιστική δράση μέχρι την κατάκτηση της πολιτικής ισότητας».

Οι ηγέτες του κόμματος, στο συνέδριο στις 24 Απρίλη που αποφάσισε την κατάπαυση της γενικής απεργίας, υπογράμμισαν και αυτοί πολλές φορές τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Ο ίδιος ο Βαντερβέλντε έγραφε στο άρθρο του στη Vorwärts, στις 28 Απρίλη.

«Αντίθετα με προηγούμενα ανάλογα κινήματα στο Βέλγιο και αλλού, αυτή τη φορά δεν πρόκειται πια για μια απρογραμμάτιστη και ξαφνική απεργία, αλλά για μια μακρόχρονη, μεθοδικά και υπομονετικά προετοιμασμένη απεργία».

Το θέμα λοιπόν είναι πριν από όλα να συγκρίνουμε την αποτελεσματικότητα αυτής της νέας ιδιαιτέρου χαρακτήρα τάσης με τις προηγούμενες τάσεις του βελγικού προλεταριάτου. Αν εξετάσει κανείς μόνο τα άμεσα και πρόδηλα αποτελέσματα, δεν μπορεί φυσικά να αποφύγει το συμπέρασμα, ότι η νέα εμπειρία του βελγικού κόμματος πέτυχε πολύ λιγότερο από ό,τι η πρώτη του επίθεση πριν 20 χρόνια. Το 1891, η πρώτη μικρής διάρκειας μαζική απεργία με τις 125.000 εργάτες της ήταν αρκετή για να επιβάλει την ίδρυση της επιτροπής για τη μεταρρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος. Τον Απρίλη του 1893, άρκεσε μια αυθόρμητη απεργία 250.000 εργατών για να εκφραστεί  η Βουλή, σε μια και μόνο συνεδρίαση, υπέρ της μεταρρύθμισης του εκλογικού δικαιώματος που επί δυο χρόνια είχε κολλήσει στην επιτροπή. Αυτή τη φορά, η απεργία 400.000 εργατών μετά από 9 μήνες προπαρασκευή, μετά από εξαιρετικές θυσίες και υλικές προσπάθειες από μέρους της εργατικής τάξης καταπνίγηκε μετά από 8 ήμερες χωρίς να πετύχει τίποτε άλλο εκτός από την υπόσχεση, χωρίς υποχρέωση, ότι μια επιτροπή χωρίς εντολή και χωρίς δικαίωμα να νομοθετήσει θα αναζητούσε μια «φόρμουλα ενότητας» σχετικά με το εκλογικό δικαίωμα.

Οι Βέλγοι σύντροφοί μας δεν έχουν καμιά ψευδαίσθηση σχετικά με τον ασαφή και συγκεχυμένο χαρακτήρα των αποτελεσμάτων, καταλαβαίνουν ότι δεν πρόκειται για καταπληκτική νίκη και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις προσπάθειες, τις θυσίες, και τις εξαιρετικές προετοιμασίες που είχαν γίνει. Κανένας από τους ηγέτες του κόμματος δεν προσπάθησε, στο συνέδριο στις 24 Απρίλη, να παρουσιάσει την απόφαση της Βουλής σχετικά με την υποτιθέμενη επιτροπή σαν αξιόλογη πολιτική νίκη. Αντίθετα, αναγκάστηκαν όλοι να ρίξουν το βάρος του απολογισμού της πάλης αυτών των 10 ημερών όχι τόσο στα κοινοβουλευτικά αποτελέσματα, αλλά στη διεξαγωγή της ίδιας της γενικής απεργίας και στην ηθική της σημασία. Τρεις απόψεις εμφανίστηκαν σχετικά με την εκτίμηση της γενικής απεργίας, είπε ο Βαντερβέλντε σύμφωνα με τη Vorwärts: Η πρώτη, η κοινοβουλευτική άποψη είναι η πιο ασήμαντη. Όμως οι δυο άλλες είναι αφενός η πολιτική επίπτωσή της που έγκειται στην κατάκτηση της κοινής γνώμης, και αφετέρου η κοινωνική που έγκειται στην ανάπτυξη των προλεταριακών δυνάμεων και στον ειρηνικό χαρακτήρα της γενικής απεργίας. Τώρα, αναφωνεί ο Βαντερβέλντε, ξέρουμε το μέσο που μπορεί να χρησιμοποιήσει το προλεταριάτο όταν η εξουσία θέλει να το στερήσει, από τα δικαιώματά του. Ο Jules Destée έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει όλο το θέμα του άμεσου αποτελέσματος της απεργίας σαν «κοινοβουλευτικές ματαιότητες»:

«Γιατί λοιπόν να μην προχωρήσουμε, πέρα από τις κοινοβουλευτικές κοινοτοπίες και τις παραλλαγές των υπουργικών δηλώσεων, μέχρι την ουσία; Ας θεωρήσουμε λοιπόν για ουσιώδες αυτό που όλος ο κόσμος μπορεί να δει: τον μεγαλειώδη ενθουσιασμό, το κουράγιο και την πειθαρχία του κινήματός μας».

Έτσι λοιπόν η στάση της βελγικής εργατικής μάζας στην πρόσφατη γενική απεργία κάθε άλλο παρά έκπληξη ήταν. Ο ενθουσιασμός, η σύμπνοια και η αποφασιστικότητα αυτού του προλεταριάτου επιβεβαιώθηκαν τόσο συχνά τα τελευταία 20 χρόνια, ιδιαίτερα στη χρησιμοποίηση του όπλου της γενικής απεργίας, ώστε το ξέσπασμα και η διάρκεια της απεργίας του Απρίλη δεν είναι παρά μια ακόμη απόδειξη αυτής της παλιάς αγωνιστικότητας και καθόλου μια νέα κατάκτηση. Η σημασία κάθε μαζικής απεργίας προφανώς κατά μεγάλο μέρος, τόσο σε σχέση με την έκρηξή της όσο και με την πολιτική δράση από τη οποία εξαρτάται,  εκφράζεται στο κατά πόσο πρόκειται για αυθόρμητες εκδηλώσεις ή αντίθετα για ξεσπάσματα μετά από διαταγή του κόμματος, στο αν διαρκούν ένα μικρό χρονικό διάστημα ή εκδηλώνουν ένα μαχητικό πνεύμα. Ενώ λοιπόν η απεργία προετοιμάστηκε συστηματικά και μεθοδικά επί πολύ, με τον καθορισμένο πολιτικό σκοπό να ανακινήσει το θέμα του εκλογικού δικαιώματος που είχε τεθεί για πρώτη φορά εδώ και 20 χρόνια, φαίνεται αρκετά παράξενο να πανηγυρίζεται κατά κάποιον τρόπο η απεργία σαν σκοπός καθ’ εαυτή και να αντιμετωπίζεται ο πραγματικός αντικειμενικός της σκοπός, δηλαδή το κοινοβουλευτικό αποτέλεσμα, σαν ανοησίες.

Αυτή η μετατόπιση της εκτίμησης της κατάστασης εξηγείται επίσης από τη στενόχωρη κατάσταση στην οποία βρέθηκε το βελγικό αδελφό μας κόμμα στη διάρκεια μιάμισης βδομάδας γενικής απεργίας. Από την όλη κατάσταση και όλες τις ομιλίες του συνεδρίου των Βρυξελλών προκύπτει καθαρά ότι η γενική απεργία δεν έσπασε στις 24 Απρίλη γιατί πίστευαν ότι είχαν πετύχει μια σημαντική νίκη. Αντίθετα έσπευσαν να αρπάξουν την πρώτη επιφανειακή «υποχώρηση» από μέρους του κοινοβουλίου, για να αφοπλίσουν τη γενική απεργία, καθώς οι χιλιάδες ιθύνοντες είχαν το καθαρό συναίσθημα ότι η παράταση της γενικής απεργίας θα οδηγούσε σε αδιέξοδο και δεν θα έδινε κανένα αξιόλογο αποτέλεσμα.

Πρέπει κανείς να κατηγορήσει τους ηγέτες του βελγικού κόμματος ότι άρπαξαν την πρώτη ευκαιρία για να σταματήσουν τη γενική απεργία, αφού η παράτασή της τους φαινόταν αβέβαιη και χωρίς ελπίδα επιτυχίας; Ή πρέπει κανείς να τους παραπονεθεί ότι δεν πίστεψαν στη νικηφόρα δύναμη της μεθοδικής απεργίας, αν παρατεινόταν απεριόριστα και «μέχρι την τελική νίκη»; Το αντίθετο ακριβώς πρέπει να πούμε· πολύν καιρό ήδη πριν από την αρχή της απεργίας του Απρίλη, από τον τρόπο και μόνο που προετοιμάστηκε αυτή η απεργία, και εξαιτίας των δοκιμασιών και της τακτικής του αγώνα για το εκλογικό δικαίωμα στο Βέλγιο τα 10 τελευταία χρόνια, κάθε προσεκτικός παρατηρητής δεν μπορούσε παρά να αμφιβάλλει σοβαρά για την αποτελεσματικότητα αυτού του νέου πειράματος. Σήμερα, που αποδείχθηκε και έμπρακτα αυτό, και που οι Βέλγοι σύντροφοί μας πιστεύουν ότι πρόσθεσαν, σε κάθε περίπτωση και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα νέο όπλο στο οπλοστάσιό τους, είναι καιρός να εξετάσουμε αυτό το όπλο. Είναι απαραίτητο να διερωτηθούμε: Η απεργία του Απρίλη δεν έφερνε μέσα της η ίδια τα σπέρματα της αποτυχίας της εξαιτίας της οργάνωσής της, και το πείραμα που έγινε, δεν έγινε μάλλον για να μας ενθαρρύνει στην αναθεώρηση αυτής της τακτικής παρά στη μίμησή της;

Leipziger Volkszeitung, 15 Μαΐου 1913

Advertisements
This entry was posted in πολιτική, μεταφράσεις and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s