Ένα ζήτημα τακτικής

Ρόζα Λούξεμπουργκ

rosaΜερικά χρόνια πριν, στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης έντονης συζήτησης για το ζήτημα των συμμαχιών με τα αστικά κόμματα, εκείνοι που υποστήριζαν τις πολιτικές συμμαχίες έτειναν να προβάλλουν το παράδειγμα του Εργατικού Κόμματος Βελγίου [1] για να υποστηρίξουν τη θέση τους. Η συμμαχία τους με τους Φιλελεύθερους τα χρόνια του αγώνα για το καθολικό δικαίωμα ψήφου υποτίθεται ότι υπηρετούσε στο να καταδείξει την ευκαιριακή ανάγκη και την πολιτική ορθότητα των συμμαχιών μεταξύ της σοσιαλδημοκρατίας και της αστικής δημοκρατίας.

Ακόμη και τότε η απόδειξη ήταν λάθος. Επειδή όποιος γνώριζε για τις συνεχείς αμφιταλαντεύσεις και επαναλαμβανόμενες προδοσίες των προλετάριων συναγωνιστών τους από τους Βέλγους Φιλελεύθερους, θα προσέγγιζε την ιδέα της στήριξης της αστικής δημοκρατίας από την εργατική τάξη, ακριβώς λόγω της βελγικής εμπειρίας, με τη μεγαλύτερη δυνατή απαισιοδοξία. Τα ψηφίσματα που εγκρίθηκαν κατά το τελευταίο αυτό Συνέδριο του Βελγικού Σοσιαλιστικού Κόμματος είναι πολύ διδακτικά σε αυτό το σημείο. [2]

Είναι κοινώς γνωστό ότι η βελγική εργατική τάξη βρίσκεται σήμερα στο σταυροδρόμι που θα καθορίσει την έκβαση του εξαιρετικά επίμονου δεκαπεντάχρονου αγώνα της για καθολική ψηφοφορία. Τώρα ετοιμάζεται να εισβάλει στο φρούριο της κληρικοφροσύνης και να καταργήσει την πολλαπλή ψήφο. Η δειλή φιλελεύθερη αστική τάξη ετοιμάζεται να ιδιοποιηθεί την αποφασιστική εργατική δράση, και, την ίδια στιγμή, είναι έτοιμη να δράσει μόνη της, προτείνοντας στη σοσιαλδημοκρατία κοινή καμπάνια.

Αυτή τη φορά, όμως, η συμμαχία έχει συναφθεί σαν απλό παζάρι. Ως μέρος της συμφωνίας τους, οι Φιλελεύθεροι εγκαταλείπουν το πολλαπλό σύστημα ψηφοφορίας, αλλά συμφωνούν με την καθολική ισότιμη ψηφοφορία (ένας άνδρας, μία ψήφος). Ως μέρος της συμφωνίας της η Σοσιαλδημοκρατία αποσύρει το αίτημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών και συμφωνεί να μην χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε επαναστατική μέθοδο στον αγώνα για την καθολική ψηφοφορία. Δέχεται επίσης ως μέρος του πακέτου την απλή αναλογική ως συνταγματικά κατοχυρωμένο εκλογικό σύστημα. Η Ομοσπονδία των Βρυξελλών του Σοσιαλιστικού Κόμματος αποδέχθηκε συνολικά τους όρους των Φιλελευθέρων, αφήνοντας για το συνέδριο  της βελγικής σοσιαλδημοκρατίας, που θα γίνει το Πάσχα, να εγκρίνει τις τελευταίες πινελιές της συμφωνίας.

Γίνεται σαφές -και δεν χωρά κανένα επιχείρημα- ότι η συμμαχία αυτή (μάλλον συμβιβασμός!) με τους Φιλελεύθερους είχε ως αποτέλεσμα να υπαναχωρήσουν οι Σοσιαλδημοκράτες σε ένα από τα σημεία του προγράμματός τους. Φυσικά οι Βέλγοι σύντροφοι μας διαβεβαιώνουν ότι το αίτημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών έχει μόνο αποσυρθεί «προς το παρόν» και αμέσως μετά θα τεθεί εκ νέου μετά τη νίκη για την καθολική ψηφοφορία των ανδρών. Καταρχάς πρόκειται για μια νέα αντίληψη για τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία: το πρόγραμμα φαίνεται να είναι ένα είδος μενού όπου το κάθε πιάτο μπορεί να καταναλωθεί μόνο με συγκεκριμένη σειρά. Αν και είναι παραδεκτό ότι πράγματι οι καταστάσεις που προκύπτουν κατά καιρούς καθορίζουν ότι τα εργατικά κόμματα των διαφόρων χωρών θέτουν το κύριο προπαγανδιστικό βάρος σε διαφορετικά αιτήματα, ωστόσο, είναι το σύνολο των αιτημάτων μας που είναι πάντα η βάση του πολιτικού μας αγώνα. Το χάσμα ανάμεσα στην περιστασιακή μείωση της έμφασης σε κάποιο σημείο του προγράμματος και η εσπευσμένη (έστω και προσωρινή) διαγραφή του υπέρ κάποιου άλλου σημείου στο πρόγραμμα είναι το ίδιο μεγάλο όπως το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αγώνα αρχών της σοσιαλδημοκρατίας και των πολιτικών χειρισμών των αστικών κομμάτων.

Και ας είμαστε σαφείς σε αυτό: στο Βέλγιο, είναι ζήτημα η διαγραφή του αιτήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Φυσικά το ψήφισμα που εγκρίθηκε στο Συνέδριο των Βρυξελλών αποφεύγει όλες τις λεπτομέρειες αναφέροντας ότι «η επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος θα πρέπει να περιορίζεται στην παροχή καθολικής ψηφοφορίας στους άνδρες». Το λιγότερο που μπορούμε να περιμένουμε τώρα είναι ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η Εκκλησία, προκειμένου να ρίξει λάδι στη φωτιά στην αντιπαράθεση των Φιλελευθέρων με τους Σοσιαλδημοκρατές, θα θέσει το ζήτημα της ψήφου των γυναικών. Το ψήφισμα των Βρυξελλών, σε μια τέτοια περίπτωση, καλεί τους εκπροσώπους του Εργατικού Κόμματος «να ανατρέψουν αυτόν τον ελιγμό και να διατηρήσουν τη συμμαχία με τους υποστηρικτές της καθολικής ψηφοφορίας». Με απλά λόγια αυτό σημαίνει: να καταψηφίσουν το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες.

Σίγουρα είναι επιβλαβής αυτή η ανευθυνότητα με ζητήματα αρχών, αν και ποτέ δεν θα συμβεί σε εμάς να ζητήσουμε από ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα να παραιτηθεί από συγκεκριμένες άμεσες, απτές κατακτήσεις για χάρη του αφηρημένου πλήρους προγράμματος. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, ως συνήθως, αυτό που ανταλλάσσεται με τις αρχές, δεν είναι πραγματικές απτές κατακτήσεις, αλλά απλώς ψευδαισθήσεις. Εδώ, όπως και αλλού, είναι καθαρή φαντασία να ισχυρίζεται κανείς ότι η σταθερή προσκόλληση στις βασικές μας θέσεις, μας εμποδίζει να φτάσουμε στον επίγειο παράδεισο.

Σκεφτείτε! Θεωρείται ότι αν η βελγική σοσιαλδημοκρατία επιμήνει στο αίτημά της για την ψήφο των γυναικών θα υπάρξει ρήξη με τους Φιλελεύθερους και η συνολική καμπάνια θα τεθεί σε κίνδυνο. Το Εργατικό Κόμμα δείχνει, όμως, πόσο λίγο σε τελική ανάλυση νοιάζεται για τη συμμαχία και τους όρους της, αποδεχόμενο το τρίτο σημείο των Φιλελευθέρων με ένα σιωπηλό σήκωμα των ώμων. Το βελγικό Εργατικό Κόμμα γνώριζε πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς επαναστατικές μεθόδους πάλης κι έτσι έχει δεμένα τα χέρια του. Πράγματι, επέτρεψε στον εαυτό του να καθοδηγείται από την απόλυτα σωστή πεποίθηση ότι η πραγματική δύναμη στον αγώνα, η σίγουρη εγγύηση για τη νίκη, δεν έγκειται στη υποστήριξη των χαμένων Φιλελεύθερων δημάρχων και γερουσιαστών, αλλά στην αποφασιστικότητα των μαζών για αγώνα. Όχι στο κοινοβούλιο αλλά στους δρόμους.

Πράγματι, θα ήταν πιο περίεργο αν το βελγικό Εργατικό Κόμμα, από όλα τα κόμματα, διατηρούσε την παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό. Έτσι κι αλλιώς, όλες τις νίκες του τις έχει κερδίσει μέχρι σήμερα -όπως και το πολλαπλό σύστημα ψηφοφορίας- μέσω αυτής της αλησμόνητης μαζικής απεργίας και της απειλής διαδηλώσεων από την εργατική τάξη. Ακριβώς όπως και πριν, τα πρώτα θαρραλέα βήματα του προλεταριάτου θα χτυπήσουν σαν κεραυνός τη φιλελεύθερη αστική τάξη στο Βέλγιο. Και μπροστά στην εμφόρμηση της σοσιαλδημοκρατίας αυτοί οι «σύμμαχοι» θα τρέχουν γρήγορα γρήγορα στην ποντικότρυπα της κοινοβουλευτικής προδοσίας, αφήνοντας την κατάκτηση της καθολικής ψηφοφορίας στις γροθιές της εργατικής τάξης. Για το βελγικό Εργατικό Κόμμα αυτή η εύλογη προοπτική αποτελεί κοινό μυστικό.

Αν τελικά το κόμμα σπρώξει σιωπηλά κάτω από το χαλί την τρίτη προϋπόθεση της συμφωνίας του με τους Φιλελεύθερους και προετοιμάζεται ανοιχτά για ό,τι θα μπορούσε να φέρει ο αγώνας, τότε θα φαινόταν ως απολύτως σαφές ότι αποδέχεται την υποστήριξη των «Φιλελευθέρων» ακριβώς για ό,τι είναι: το είδος της τυχαίας και προσωρινής βοήθειας που θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει δεκτή για ένα ορισμένο διάστημα μιας κοινής πορείας, για την οποία όμως δεν θα μπορούσε κανείς να παρεκλίνει ούτε μια ίντσα από το δρόμο που έχει ήδη αποφασιστεί.

Αυτό όμως που πράγματι αποδεικνύεται είναι ότι λογικά ακόμη και το υποτιθέμενο «απτό πλεονέκτημα» για το οποίο θυσιάστηκε η αρχή της ψήφου των γυναικών είναι εντελώς σαχλαμάρα. Για άλλη μια φορά βλέπουμε εδώ -όπως και αλλού, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας- ότι κάθε φορά που γίνονται γελοίοι συμβιβασμοί σε βάρος των αρχών, το ζήτημα δεν είναι τα «απτά κέρδη». Το πραγματικό ζήτημα είναι το πώς θα απαλλαγούμε από τα αιτήματα του προγράμματος. Για τους «χρήσιμους πολιτικούς» μας είναι ακριβώς αυτά ένα τόσο μεγάλο φορτίο που πρέπει να σέρνουν και θρησκευτικά να αναφέρονται όσο κάτι τέτοιο δεν έχει καμία πρακτική σημασία.

Το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες όχι μόνο είναι πάντα και γενικά αναγνωρισμένο μέρος του προγράμματος της βελγικής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά οι βουλευτές των εργατών ψήφισαν επίσης ομόφωνα για αυτό στο κοινοβούλιο το 1895. Βέβαια, μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει δυνατότητα υλοποίησής του, είτε στο Βέλγιο είτε αλλού στην Ευρώπη. Σήμερα για πρώτη φορά απειλεί να γίνει πραγματική πιθανότητα, και τώρα, ξαφνικά, φαίνεται ότι δεν υπάρχει πλέον γι’ αυτό το θέμα μία ενιαία γνώμη στις γραμμές του Εργατικού Κόμματος. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να προχωρήσουμε περαιτέρω, σύμφωνα με ομιλία του Dewinnes στο συνέδριο των Βρυξελλών, «το κόμμα στο σύνολό του αντιτίθεται στο δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες!»

Αλλά το πιο εκπληκτικό θέαμα ήταν η εξήγηση της θέσης της βελγικής σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στο δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Είναι ένα επιχείρημα που δεν διαφέρει από αυτό που χρησιμοποιεί ο ρωσικός τσαρισμός (και πιο πριν η γερμανική μοναρχία με το θεϊκό δικαίωμα των βασιλιάδων) για να δικαιολογήσει τα πολιτικά της εγκλήματα. «Οι άνθρωποι δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμοι για να ψηφίζουν,» λένε. Λες και οι άνθρωποι είχαν κάποιο σχολείο πολιτικής ωριμότητας, εκτός από την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων! Λες και οι άνδρες της εργατικής τάξης δεν είχαν, επίσης, κάποτε περίοδο μάθησης -και χρειάζεται ακόμη να μάθουν- πώς να χρησιμοποιούν την κάλπη ως όπλο για τα δικά τους ταξικά συμφέροντα!

Στην πραγματικότητα, κάθε άτομο με σαφή τρόπο σκέψης πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η συμμετοχή των γυναικών της εργατικής τάξης στην πολιτική ζωή είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε μια ισχυρή άνοδο του εργατικού κινήματος. Αυτή η προοπτική δεν σημαίνει μόνο ένα τεράστιο νέο πεδίο προπαγανδιστικής δουλειάς για τη σοσιαλδημοκρατία. Αλλά είναι βέβαιο ότι με τη χειραφέτηση των γυναικών ένας ισχυρός καθαρός αέρα θα φυσήξει στην πολιτική και πνευματική ζωή της τάξης, θα διασκορπιστεί ο μολυσμένος αέρας της σημερινής βάρβαρης οικογενειακής ζωής, που αφήνει το ανεξίτηλο σημάδι του στα μέλη του κόμματός μας – τόσο στους εργάτες όσο και στους ηγέτες.

Βεβαίως βραχυπρόθεσμα η χορήγηση της γυναικείας ψήφου θα μπορούσε να έχει πολύ καταστροφικές πολιτικές συνέπειες. Θα μπορούσε να ενισχύσει την κυριαρχία της Εκκλησίας. Επίσης, το σύνολο της οργανωτικής και προπαγανδιστικής πρακτικής του Εργατικού Κόμματος θα πρέπει να επανεξεταστεί. Με λίγα λόγια, η πολιτική ισότητα των γυναικών συνεπάγεται ένα τολμηρό και σημαντικό πολιτικό πείραμα.

Αυτό που αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι ότι όλοι όσοι είναι γεμάτοι από μεγάλο θαυμασμό για τα «πειράματα» αλά Millerand [3] και δεν έχουν πάψει να επαινούν το θράσος αυτών των μέτρων, τώρα έχουν σωπάσει. Δεν άρθρωσαν ούτε μια λέξη μομφής κατά των Βέλγων συντρόφων μας που υποχώρησαν φοβισμένα μπροστά σε αυτό το πείραμα της ψήφου των γυναικών. Πράγματι, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Βέλγο ηγέτη Anseele [4] που έσπευσε πρώτος να συγχαρεί τον «σύντροφο» Millerand για το «θαρραλέο» υπουργικό του πείραμα. Και σήμερα είναι αυτός ο ίδιος ο Anseele ο πιο αποφασιστικός αντίπαλος σε κάθε προσπάθεια να κερδηθούν ψήφοι για τις γυναίκες στην ίδια του τη χώρα. Εδώ έχουμε άλλη μια απόδειξη από το είδος του «θάρρους» που μας συστήνουν οι «χρήσιμοι πολιτικοί» μας. Δεν πρόκειται παρά για το θάρρος να πειραματιστούμε οπορτουνιστικά σε βάρος των σοσιαλδημοκρατικών αρχών. Όταν όμως πρόκειται για τολμηρή εφαρμογή των προγραμματικών μας αιτημάτων, τότε αυτοί οι ίδιοι «χρήσιμοι ηγέτες» δεν δείχνουν τον παραμικρό ενθουσιασμό να ξεχωρίσουν για το θάρρος τους. Αντίθετα, ψάχνουν παντού για προφάσεις ώστε κάποιο συγκεκριμένο σημείο του προγράμματος να μπορεί «προς το παρόν» και «με μεγάλη λύπη» … να θαφτεί.

Leipziger Volkszeitung, φ.76, 4 Απριλίου 1902

[μετάφραση: Μ.Α.]

[1] Το Εργατικό Κόμμα Βελγίου (Le Parti Ouvrier Belge) ιδρύθηκε το 1885 και ήταν μέλος της Δεύτερης Διεθνούς. Σε αυτό αναφέρεται και παρακάτω η Λούξεμπουργκ όταν μιλάει για το Σοσιαλιστικό Κόμμα ή τη Σοσιαλδημοκρατία.

[2] Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 30 και 31 Μαρτίου 1902. Αποφασίστηκε η καμπάνια με το σύνθημα «ένας άνδρας, μία ψήφος», η αποδοχή ενός συστήματος απλής αναλογικής, ενώ αφαιρέθηκε το αίτημα για το γυναικείο εκλογικό δικαίωμα.

[3] Alexandre Millerand (1859 – 1943): Γάλλος πολιτικός ηγέτης, οπαδός του σοσιαλσοβινισμού και του κυβερνητισμού. Στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χρημάτισε Υπουργός Πολέμου, ενώ το 1920 έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Για την αντιπαράθεση ενάντια στον κυβερνητισμό βλ. Πάουλ Φρέλιχ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ύψιλον, Αθήνα 1981 [1972], σελ. 98-103.

[4] Edward Anseele (1856 – 1938): Από τα ιδρυτικά μέλη του Εργατικού Κόμματος, με σταθερή πορεία προς τα δεξιά. Το 1925 διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση συνασπισμού Καθολικών και Σοσιαλιστών.

Advertisements
This entry was posted in πολιτική, μεταφράσεις and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s