Με αφορμή τον …καυγά για τις υποψηφιότητες από την μειονότητα της Θράκης

Σχεδόν σε κάθε εκλογική διαδικασία αυτό που γίνεται με τη μειονότητα στη Θράκη τείνει να γίνει κανόνας. Καυγάδες και αντιπαραθέσεις μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, αίφνης και της …αριστεράς, για τα πρόσωπα για το τι ρόλο παίζουν, για τις σχέσεις τους με το τούρκικο κράτος κ.λπ.. Και όλα αυτά στις πλάτες της μειονότητας της οποίας τα δικαιώματα τα θυμούνται όλοι τώρα σε μια λογική όμως, δυστυχώς και από τα αριστερά, είτε να δικαιώσουν το ελληνικό κράτος το οποίο μετά το 1990 άλλαξε δήθεν τη στάση του απέναντί της, αφού κατήργησε τις μπάρες που οδηγούσαν στα πομακικά χωριά, είτε για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους.

Φτάσαμε στο σημείο τα κόμματα που κυβερνούν να κουνάνε το δάχτυλο και να μιλούν για υποταγή στον Ερντογάν, να υπερασπίζονται μειονοτικούς και να μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα τύποι σαν τον Γεωργιάδη και τον Πάγκαλο, ενώ ο βίος και πολιτεία των ίδιων είναι γνωστός εδώ και χρόνια. Ακούει κανείς τον Πρετεντέρη και την Τρέμη να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτικών καλύτερα και από κάθε αριστερό! Αυτοί που διώκουν τους αριστερούς αγωνιστές από την Τουρκία τρομοκράτες, τους φυλακίζουν και θέλουν να τους απελάσουν στη Τουρκία!

Και εδώ να προσέξουμε τι ακριβώς υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τις τελευταίες μέρες. Τους Ρομά ενάντια στους καταπιεστικούς Τούρκους της μειονότητας. Σε μια λογική διαίρεσης και τελικά μη αναγνώρισης του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού σε κανέναν. Όλοι οι μειονοτικοί πρέπει να ορκιστούν στο ενιαίο – θρησκευτικό – της μειονότητας και κυρίως στην ελληνικότητά τους κόντρα στη Τουρκία. Είναι ευρέως παραδεκτό ότι τα ζητήματα που αφορούν τη μειονότητα της Θράκης εξελίσσονται κάτω από το βάρος των ελληνοτουρκικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών. Οι όροι άλλωστε ύπαρξης της τουρκικής μειονότητας στην Ελλάδα και της αντίστοιχης ελληνικής στην Τουρκία καθορίστηκαν εξ αρχής (συνθήκη της Λοζάνης), εκτός των άλλων, και με βάση τις προθέσεις της μιας και της άλλης πλευράς να χρησιμοποιήσουν προοπτικά τις μειονότητες αυτές ανάλογα με τις βλέψεις και τις επιδιώξεις τους. Αυτό όμως που μονίμως κρύβεται ή υποβαθμίζεται από την όλη συζήτηση είναι ότι και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με τη σειρά τους καθορίζονται από τις ιμπεριαλιστικές (κυρίως τις αμερικάνικες) επιλογές στην περιοχή και από ό,τι αυτές επιτάσσουν στις δύο αστικές τάξεις.

Υπάρχει επομένως μια αλυσίδα παραμέτρων (ελληνοτουρκικές αντιθέσεις-ιμπεριαλιστικός παράγοντας) που καθορίζουν με αντιδραστικό και πολλές φορές επικίνδυνο τρόπο τη ζωή και την ύπαρξη της μειονότητας. Οι εκπρόσωποι του συστήματος, καθορίζουν τα βήματά τους σύμφωνα μ’ αυτά που επιβάλλουν οι «στρατηγικοί» μας σύμμαχοι και προσαρμόζουν από κει και πέρα τις λεγόμενες «εθνικές» αλλά και κομματικές τους επιδιώξεις.

Με αφορμή τις υποψηφιότητες του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επίσης προσαρμόζεται κάτω από το βάρος των πιέσεων που του ασκούνται, ξεκίνησε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να καταδειχθεί ότι σχεδόν όλα τα στελέχη της μειονότητας είναι «τουρκοποιημένα» και επομένως δρουν ανθελληνικά και προδοτικά. Από την άλλη πλευρά εκτοξεύονται καταγγελίες αναλόγου επιπέδου έτσι ώστε να αναρωτιέται κανείς αν τώρα ανακάλυψαν το ρόλο που παίζει (αν τον παίζει) η συγκεκριμένη Ρομά γυναίκα. Όταν αποφασιζόταν η υποψηφιότητά της η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πολύ περισσότερο ο τοπικός, δεν τα ήξεραν; Τώρα τα έμαθαν; Οι εκπρόσωποι του συστήματος ούτε θέλουν ούτε μπορούν, στο πλαίσιο αυτού του συστήματος εξάρτησης και εκμετάλλευσης που υπηρετούν, να αντιληφθούν αλλιώς τη μειονότητα παρά μόνο σαν «ξένο σώμα» που πρέπει να είναι ή γκετοποιημένο ή διαλυμένο ή υπό …προστασία! Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ανασύρονται από το συρτάρι, κείμενα, δηλώσεις συμμετοχές σε συγκεντρώσεις στη Τουρκία και στην Ελλάδα για να αποδειχθούν τα παραπάνω και να οδηγηθούμε σε μια όξυνση που φαίνεται σαν απάντηση σε αντίστοιχες ενέργειες στην Τουρκία. Οι κυβερνήσεις ανέχονται όλα αυτά, κρατώντας βέβαια επισήμως ήπια στάση. Από την άλλη, τα κόμματα εξουσίας, ή εν δυνάμει τέτοια, είναι αναγκασμένα να σχοινοβατούν. Κεντρική επιλογή, η μεταφορά της πολιτικής ήπιων τόνων με την Τουρκία στο επίπεδο των μειονοτικών ζητημάτων. Με έναν τρόπο όμως που θα ποδηγετεί και θα διασπά τη μειονότητα. Το βασικό ζήτημα που τίθεται στην όλη συζήτηση είναι σε σχέση με το χαρακτηρισμό της μειονότητας. Μουσουλμανική ή τουρκική; Και το δίλημμα σαφές και απειλητικό. Όποιος μιλά για τουρκική μειονότητα είναι προδότης και εθνικά ανεπιθύμητος για τους αστούς κυβερνήτες. Η αντιστροφή βέβαια των πραγμάτων για τους Ελληνες της Τουρκίας είναι αποκαλυπτική. Εκεί προδότης είναι όποιος δεν υποστηρίζει την ελληνικότητά του. Πραγματικά πρόκειται για απόψεις που δεν αντέχουν σε κριτική. Υπάρχουν όμως δύο λογικά ερωτήματα στα οποία θα άξιζε κανείς να σταθεί.

  • Πώς παρεμβαίνει το τουρκικό κράτος στη διαμόρφωση τουρκικής συνείδησης στη μειονότητα και τι σημαίνει αυτό για τις εξελίξεις στην περιοχή;
  • Είναι σωστό να ενοποιούνται τρεις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες (Τούρκοι, Πομάκοι, Αθίγγανοι) σε μία ενιαία μειονότητα;

Τα ερωτήματα βέβαια πρέπει να συμπληρωθούν για την αντίστοιχη παρέμβαση του ελληνικού κράτους (η οποία όμως λόγω καταπιεστικής πολιτικής δεν έχει και πολλά περιθώρια επιτυχίας) και για το αν είναι σωστό να γίνεται ένας τέτοιος διαχωρισμός και μάλιστα από πλευρές που δεν ανήκουν στη μειονότητα. Ας περιοριστούμε όμως στα αρχικά ερωτήματα.

Καταρχήν υπάρχει μια αντικειμενική εθνική και θρησκευτική αναφορά της μειονότητας προς την Τουρκία, η οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Από κει και πέρα, βέβαια, η παρέμβαση του τουρκικού κράτους -που δεν πρέπει να συγχέεται με τον αδελφό τουρκικό λαό- είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η παρέμβαση του ελληνικού κράτους στη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, της Αλβανίας κ.λπ. Η παρέμβαση αυτή είναι άμεση αλλά και έμμεση (προξενικές υπηρεσίες, παράγοντες, μετακλητοί δάσκαλοι, θρησκευτικοί λειτουργοί, τηλεόραση, οικονομικές σχέσεις κ.λπ.). Ομως υπάρχει ένα καθοριστικό σημείο που την καθιστά αποτελεσματική. Η καταπιεστική πολιτική της άρχουσας τάξης της Ελλάδας. Η Τουρκία θεωρήθηκε και θεωρείται η διέξοδος και ο εγγυητής για μόρφωση, απόκτηση περιουσίας, ενίσχυση θρησκευτικότητας, αποκούμπι για ανιθαγενείς, στήριγμα για έναν ολόκληρο κόσμο του οποίου η ύπαρξη και η ταυτότητα επί της ουσίας αμφισβητείται. Καμία ονομασία, «τουρκικός», «πομάκικος», «ρομά» ή «μουσουλμανικός», δεν πρόκειται να διαφοροποιήσει στο ελάχιστο αυτή την κατάσταση. Είναι επομένως τουλάχιστον κοντόθωρη και υποκριτική η εμμονή που δείχνει στο ζήτημα της ονομασίας το σύνολο του αστικού, και όχι μόνο, πολιτικού κόσμου.

Υπάρχει όμως εδώ ένα άλλο, πιο σοβαρό ζήτημα. Αυτό της κυριαρχίας, στην περιοχή, των ιμπεριαλιστών. Αυτό της εξάρτησης και των δύο κρατών από τους μεγάλους δυνάστες των λαών. Αυτή η εξάρτηση καθορίζει αποφασιστικά τις δυνατότητες παρεμβάσεων και τις καθιστά πιο αντιδραστικές και επικίνδυνες. Το πολύ πρόσφατο παρελθόν των Βαλκανίων διδάσκει -όσους θέλουν να διδαχθούν- ότι οι ιμπεριαλιστές (ΗΠΑ και ΕΕ) εκμεταλλεύονται υπαρκτά μειονοτικά προβλήματα, υποδαυλίζουν εθνικές αντιπαραθέσεις, ενισχύουν εθνικιστικές δυνάμεις και οδηγούν τους λαούς σε σφαγές, ξεριζωμούς και καταστροφές, προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Και εδώ πλέον δεν μπορούμε να μιλάμε για υποκρισία ή ανικανότητα της ηγετικής ελίτ της Ελλάδας, αλλά για κανονικό ξεπούλημα και υπαγωγή του λαού στη δικαιοδοσία πραγματικών δολοφόνων. Το ζητούμενο επομένως για τις αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις είναι να αναπτύξουν μια πολύπλευρη πολιτική, που θα υπερασπίζεται τα δικαιώματα της μειονότητας, θα στρέφεται ενάντια στην πολιτική καταπίεσης και διακρίσεων, θα αναδεικνύει τον επικίνδυνο ρόλο των ιμπεριαλιστών και θα αντιπαλεύει την κυριαρχία τους στην περιοχή, θα αποκαλύπτει τον αντιδραστικό ρόλο του τουρκικού κατεστημένου που θέλει να εκμεταλλευτεί και όχι να υποστηρίξει τη μειονότητα και θα αναπτύσσει μ’ αυτόν τον τρόπο τους δεσμούς και την ενότητα μέσα στο λαό και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς της Ελλάδας και της Τουρκίας, μόνη εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά κυρίως τη διαμόρφωση συνείδησης στα διάφορα τμήματα της μειονότητας. Η ξεχωριστή συνείδηση μιας κοινωνικής ομάδας, πώς δηλαδή προσδιορίζει τον εαυτό της, καθορίζεται από πολλές παραμέτρους. Γλωσσικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, θρησκευτικές δοξασίες, κοινή ιστορική αναφορά. Σ’ αυτά τα ζητήματα υπάρχουν ενοποιητικά στοιχεία αλλά και στοιχεία διαφοροποίησης μέσα στη μειονότητα. Επειδή όμως μια μειονότητα είναι μια πραγματική οντότητα που εξελίσσεται μέσα σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό, κάτω από συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, θεωρούμε ότι αυτές οι παράμετροι παίζουν εξίσου ή και περισσότερο σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αυτό που έχει σημασία είναι πώς αυτοπροσδιορίζεται σαν σύνολο πλέον η μειονότητα και όχι πώς κάποιοι έξω απ’ αυτήν θεωρούν ότι θα έπρεπε να προσδιορίζεται. Ετσι, μέσα από την κοινή εκατονταετή πορεία των διαφόρων τμημάτων της μειονότητας μέσα στο σύγχρονο ελληνικό κράτος και κάτω από το κοινό καθεστώς καταπιεστικής απομόνωσης, και ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες και για λόγους που και πιο πάνω αναφέρθηκαν, η μειονότητα της Θράκης στη μεγαλύτερή της πλειοψηφία έχει αυτοπροσδιοριστεί σαν «τουρκική μειονότητα». Ετσι αισθάνεται, έτσι πιστεύει ότι διατηρεί την ενότητά της, έτσι πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί άρνηση του πιο βασικού δικαιώματος μιας μειονότητας. Του δικαιώματος να προσδιορίζει η ίδια το τι θέλει να είναι. Και έχει ιδιαίτερη σημασία, και για τη μειονότητα φυσικά αλλά και για το σύνολο του λαού, η υπεράσπιση αυτού του δικαιώματος.

Η διαπίστωση των συνθηκών (πιθανότατα αντιδραστικών) κάτω από τις οποίες γίνεται αυτός ο προσδιορισμός, ο συνυπολογισμός τους στην πολιτική πρακτική, όπως και η αποκάλυψη και η καταγγελία της βίαιης επιβολής συνείδησης, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν μπορεί να περιστέλλει ή να θέτει σε αμφισβήτηση αυτό το δικαίωμα. Δικαίωμα, βέβαια, που δεν μπορεί να το έχει μόνο η πλειοψηφία της μειονότητας, αλλά οποιοδήποτε τμήμα της θέλει να προσδιορίζεται διαφορετικά. Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού δεν είναι ένα ηθικό ή ανθρωπιστικό απλώς καθήκον. Ούτε μπορεί να συνεπάγεται την υπεράσπιση οποιουδήποτε καθυστερημένου και αντιδραστικού μειονοτικού θεσμού, την αδιαφορία και τη συγκάλυψη των κοινωνικών διαστρωματώσεων που υπάρχουν μέσα στη μειονότητα και τη μη καταγγελία των πολιτικών που προωθούν τη στήριξη στο ελληνικό ή στο τουρκικό κατεστημένο. Ούτε επίσης γίνεται στη βάση της ενίσχυσης της εθνικής διαφορετικότητας και επομένως της ενίσχυσης διαχωρισμών μέσα στους κόλπους του λαού και της εργατικής τάξης. Η υπεράσπιση αυτής της διαφορετικότητας γίνεται για να επιτευχθεί τελικά η «κατάργησή» της, η ήττα της από την ταξική συνείδηση, με έναν ελεύθερο και αυθόρμητο τρόπο, μέσα από την όσμωση της κοινής και ισότιμης ζωής, μέσα από τον ενοποιητικό κοινό ταξικό και λαϊκό αγώνα. Για να επιτευχθεί η ενότητα των λαϊκών στρωμάτων, απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγμάτωση ενός καλύτερου μέλλοντος για όλους.

Εδώ η Αριστερά και το ταξικό εργατικό κίνημα έχουν μεγάλο δρόμο να διανύσουν. Να αναδείξουν και να βάλουν στην πρώτη γραμμή τα προβλήματα που στο κοινωνικό πεδίο αντιμετωπίζει η τεράστια πλειοψηφία της μειονότητας (φτώχεια, ανεργία, εγκατάλειψη, εξόντωση καπνοκαλλιεργητών, μετανάστευση, αμορφωσιά), δίπλα στα άλλα προβλήματά της που προέρχονται από την εθνική της καταπίεση.

Πηγή: Αντίσταση στις γειτονιές

Advertisements
This entry was posted in πολιτική. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s