Να παραμείνουμε αφιλόξενοι

Να παραμείνουμε αφιλόξενοι

Με αφορμή την εκποίηση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού

της  Κ.Κ.

Επιτομή όλων όσα πήγαν στραβά στο ελληνικό πρόγραμμα αξιοποίησης ακινήτων αλλά και έκταση στην οποία, ενδεχομένως, έγκειται η μεγαλύτερη ευκαιρία, χαρακτηρίζεται το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού σε δημοσίευμα του Bloomberg. Όπως σημειώνεται, η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει τον επόμενο μήνα να επιλέξει έναν επενδυτή για την ανάπλαση του Ελληνικού, το μεγαλύτερο αναξιοποίητο ακίνητο πανευρωπαϊκά, διπλάσιο σε μέγεθος από το Central Park της Νέας Υόρκης και μια από τις πιο φιλόδοξες ιδιωτικοποιήσεις στην Ευρώπη. «Η “απογείωση” του Ελληνικού θα τονώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και θα σηματοδοτήσει την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει με τις ιδιωτικοποιήσεις μεγάλης κλίμακας. Μπορεί να είναι το επόμενο μεγάλο γεγονός» δηλώνει στο ειδησεογραφικό πρακτορείο η Μιράντα Ξαφά, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ και επικεφαλής συμβουλευτικής εταιρείας στην Αθήνα.

Οι μεθοδεύσεις της κυβέρνησης για εκποίηση των πάντων χαρακτηρίζονται περίπου εθνικός αγώνας διάσωσης της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ, ενώ οι δυσκολίες και οι καθυστερήσεις της «αξιοποίησης» (που… θέττουν εμπόδια στον εθνικό αγώνα) καταλογίζονται στις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, στο νομικό λαβύρινθο και στις αμφιβολίες των επενδυτών για τη θέση της Ελλάδας εντός του ευρώ. Ο Σπύρος Καπράλος, πρώην επικεφαλής του Χρηματιστηρίου Αθηνών και τέως πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, άνθρωπος που κομίζει εμπειρία από… οικονομικές δυσκολίες κι από αγώνες από τα πόστα όπου έχει θητεύσει, προετοιμάζει το έδαφος για φτηνή συναλλαγή,  δηλώνοντας πως «ακόμη και αν το κράτος αναγκαστεί να πουλήσει σε χαμηλότερη τιμή από αυτή που είχε κατά νου, τουλάχιστον θα δημιουργηθούν οικονομικές ωφέλειες από μια επένδυση». Όπως, δε, σημειώνει το Bloomberg, ο αρχικός στόχος για το Ελληνικό είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο του πρώτου πακέτου διάσωσης το 2010 και είχε οριστεί στα 50 δισ. ευρώ έως το 2015, για να αναθεωρηθεί προς τα κάτω, στα 11 δισ. ευρώ, έως το 2016.

Κι αν εμείς το έχουμε ξεχάσει, μέσω του ειδησεογραφικού πρακτορείου φροντίζουν να μας θυμίζουν ότι προς πώληση, μεταξύ άλλων, είναι τα μερίδια του δημοσίου στα δύο κύρια λιμάνια της χώρας, η εταιρεία ύδρευσης, αυτοκινητόδρομοι, σιδηροδρομικές υποδομές κ.λπ., ότι το μεγαλύτερο πλήγμα στο πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων ήταν η αποτυχία της Ελλάδας να εξασφαλίσει κάποια προσφορά για το εθνικό μονοπώλιο φυσικού αερίου, παρά τις προσδοκίες ότι η ρωσική Gazprom θα πλειοδοτούσε. Στο δημοσίευμα γίνεται αναφορά στον Αργεντίνο δισεκατομμυριούχο Eduardo Eurnekian και στο ενδιαφέρον του για 21 περιφερειακά ελληνικά αεροδρόμια αλλά και στη ρωσική RZD, που έχει ενώσει της δυνάμεις της με τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και τη ROSCO (πηγές: capital.gr, newmoney.gr, iefimerida.gr).

Δυo ακόμη δηλώσεις έχουν τη σημασία τους: Αυτή του διευθύνοντος συμβούλου του ΤΑΙΠΕΔ, Ιωάννη Εμίρη, τον περασμένο Δεκέμβρη, ότι «η πώληση της ΔΕΠΑ δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα για φέτος», κι εκείνη του Ανδρέα Κούτρα, συμβούλου στην επενδυτική SteppenWolf Capital και διευθυντή της ITC Markets, ότι «η Ελλάδα ακόμη ενέχει κινδύνους που σχετίζονται με τη φορολογία, την εργασιακή νομοθεσία και τη διαφθορά, χώρια τους ευρύτερους πολιτικούς κινδύνους. Αν όλοι αυτοί οι κίνδυνοι συνυπολογιστούν, τα ελληνικά πάγια γίνονται λιγότερο ελκυστικά».

Σε παλαιότερο άρθρο του 2011, τότε που είχε πέσει στο τραπέζι η λύση Κατάρ, (βλ.:εδώ: http://protovkareas.blogspot.gr και εδώ: https://krisikaikritiki.wordpress.com) διατυπωνόταν η εκτίμηση πως: «η διαμόρφωση των όρων επέκτασης της κερδοφορίας του κεφαλαίου με την επίθεση σε ελεύθερους χώρους, σε γη, ενέργεια και γενικά στις πλουτοπαραγωγικές πηγές είναι στρατηγικού χαρακτήρα και σε φάση που περιλαμβάνει ανταγωνισμούς μεταξύ των ιμπεριαλιστών αλλά και πιέσεις προς την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκφραστές για αποτελεσματικότερη ευθυγράμμιση με τις κατευθύνσεις τους. Ανεξαρτήτως του πώς θα προχωρήσει η εκποίηση ή εκμετάλλευση του Ελληνικού, μέσω ποιων διαδικασιών και με ποιους τελικούς διεκδικητές, αν θα γίνει με διακρατικές συμφωνίες ή με διαγωνισμό, αυτό που διαφαίνεται είναι το μήνυμα ότι το “πώς” διαμορφώνεται σε πλαίσιο αναβαθμισμένων σχέσεων εξάρτησης που επιβάλλουν, δρομολογούν, προνομιμοποιούν ή, αναλόγως, σκαλώνουν εξελίξεις και διαμορφώνουν τους όρους του παιχνιδιού».  

Θεωρώντας πως η παραπάνω εκτίμηση έχει επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις, ότι δεν αλλάζει κατάτι η άποψη σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε  τις αναγκαίες συνειδητοποιήσεις και συγκροτήσεις για την αποτροπή της αρπαγής του δημόσιου πλούτου, της εκποίησής του, της καταστροφικής καπιταλιστικής αξιοποίησης και της περιβαλλοντικής καταστροφής, ώστε να μπορούμε να έχουμε νικηφόρους αγώνες ή να δώσουμε μάχες που θα καθορίσουν ή θα χαρακτηρίσουν τον αγώνα αυτόν, επιβάλλεται να δούμε πώς διαμορφώνεται η νέα κατάσταση.

Αυτό που έχει τεθεί στο τραπέζι για την αστική τάξη ως πρόβλημα προς επίλυση είναι οι ιδιωτικοποιήσεις, είναι το ξεπούλημα του πλούτου της χώρας. Ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα που συγκεντρώνει διαφορετικής σημασίας και δυσκολίας επίδικα, επίδικα αυξημένης βαρύτητας που “αποφασίζουν” και επίδικα  που “ακολουθούν” (ακόμη και όταν προηγούνται) ή “συμπληρώνουν”. Από γενική άποψη, οι όροι του παιχνιδιού διαμορφώνονται μέσα σ’ ένα κλίμα έντονου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού γύρω από τον έλεγχο πηγών ενέργειας και δρόμων μεταφοράς, που επικαθορίζει τις εξελίξεις. Μέσα σ’ ένα κλίμα όπου η σύμπλεξη των γεωπολιτικών ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων, της αναδιάταξης των δυνάμεών τους με τις οικονομικού ενδιαφέροντος συμφωνίες και τις υλοποιήσεις τους αναδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζει η εκτατική κερδοφορία του κεφαλαίου, τα όριά της, αλλά και τις κινήσεις των παικτών στο πλαίσιο του ανταγωνισμού.  Παράλληλα, μέσα σ’ ένα κλίμα αποτυχίας του ελληνικού succes story και αυξημένης δυσκολίας για τη διαπραγματευτική ικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης να συμβάλλει καθοριστικά στις τάδε ή δείνα ιμπεριαλιστικές επιλογές και να μπορεί, εν συνεχεία, να τις παρουσιάζει σαν το δικό της δρόμο ανάπτυξης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα γι αυτήν υπήρξαν οι περιπτώσεις των ΔΕΠΑ, ΔΕΣΦΑ,  ΤΑΡ και οι ΑΟΖ, όπου βέβαια πρόκειται για κείνα τα επίδικα που “αποφασίζουν” και διαδραματίζουν αυξημένης βαρύτητας ρόλο σχετιζόμενο κυρίως με τη γεωπολιτική πλευρά.

Διαβάζοντας κάτω από τις δηλώσεις, τις ανησυχίες και τις υποδείξεις των διαφόρων παραγόντων που αναφέρονται στην αρχή, μπορεί να διακρίνει κανείς τη δρομολόγηση, πλέον, της εκποίησης και του Ελληνικού και την άμεση διαμόρφωση των όρων κάτω από τους οποίους επιβάλλεται να τρέξουν οι εξελίξεις σχετικά με το πρώην αεροδρόμιο. Πρόκειται για ένα επίδικο που, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι από αυτά που “αποφασίζουν”, υπό την έννοια να συγκεντρώνει χαρακτηριστικά περάσματος στην αναζητούμενη φάση ανάπτυξης με όρους πραγματικής οικονομίας, όρων διευρυμένης κερδοφορίας και όχι απλώς συσσώρευσης χρηματικών μορφών, συγκριτικά πλεονεκτήματα στο βασικό παιχνίδι που διεξάγεται σχετικά με τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών και υποδομών. Παρ’ όλα αυτά, έχει το δικό του ειδικό ρόλο. Η δήλωση του Σπ. Καπράλου περί θεμιτής εκποίησης σε χαμηλή τιμή και, τουλάχιστον, «να δημιουργηθούν οικονομικές ωφέλειες από μια επένδυση», προϊδεάζει για τον τρόπο με τον οποίο προμηνύεται το φαγοπότι: φτηνό τίμημα από το ξεπούλημα που θα συμβάλει στην εξυπηρέτηση των ελλειμμάτων και, στη συνέχεια, ν’ ανοίξει το ζήτημα των επενδύσεων με παίκτες και από το ελληνικό κεφάλαιο, για να υπάρξει και το σχετικό succes. Η κυβέρνηση έχει ανάγκη την επίδειξη αποφασιστικότητας στην προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων. Και ενώ δείχνει να  μπορεί να το κάνει εν προκειμένω, μιας και στα άλλα καυτά επίδικα υπήρξε έρμαιο της επιβολής των όρων του σκληρού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, οι εσωτερικές αντιθέσεις αλλά και το κλίμα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού εξακολουθούν να συμβάλλουν στον καθορισμό των εξελίξεων και δεν αποκλείονται και πάλι εμπλοκές. Ο εμίρης από το Κατάρ και ο θείος από την Αργεντινή μπορεί να υπήρξαν πρωταγωνιστές σε ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’60 αλλά οι σημερινοί πρωταγωνιστές είναι άλλοι.

Με ποιον προσανατολισμό, λοιπόν, πρέπει να κινηθεί, ποιες μορφές συγκρότησης πρέπει να διαμορφώσει και ποιο περιεχόμενο πάλης πρέπει να έχει ένα κίνημα αντίστασης στο ξεπούλημα του εν δυνάμει ελεύθερου χώρου του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, ένα κίνημα που θέλει να αποτρέψει την εκποίηση και να ακυρώσει τα σχέδια για επιχειρηματική “ανάπτυξη” ή “αξιοποίηση”; Τι ζητήματα θα κληθεί να επιλύσει;

Από ποια θέση; 

Μια βασική δυσκολία έγκειται στο γεγονός πως το ζήτημα ανοίγει σε μια πολιτική περίοδο κατά την οποία επιχειρείται να κυριαρχήσει σαν βασικός προβληματισμός ό,τι αφορά το “παραγωγικό-αναπτυξιακό μοντέλο”, την “παραγωγική ανασυγκρότηση”, την “ανάπτυξη”, την “αντιμετώπιση του χρέους” και την ανταπόκριση της αντιπολίτευσης-ίσως μελλοντικής κυβέρνησης σχετικά με τη διαμόρφωση πολιτικού περιβάλλοντος μείωσης των πολιτικών κινδύνων που απομακρύνουν τους επενδυτές. Ταυτόχρονα το όλο ζήτημα τίθεται συνδεδεμένο με τη ζητούμενη, λόγω, έργω, επ’ ευκαιρία και των ευρωεκλογών, νομιμοποίηση της πρόσδεσης στην ιμπεριαλιστική ΕΕ, που θα κάμψει τις αμφιβολίες των επενδυτών για τη θέση της Ελλάδας εντός του ευρώ (εντός της ΕΕ στην πραγματικότητα). Σχεδόν αποκλειστικό πεδίο ενασχόλησης, πνευματικής και σωματικής, μεγάλου κομματιού της εντός κι εκτός τειχών αριστεράς αποτελεί η λεγόμενη μεταβατικότητα της περιόδου,  αναφορικά με την  οποία και γύρω απ΄την οποία μετεωρίζονται και συμπορεύονται. Αναγνωρίζοντας στα αναφερόμενα  παραπάνω θέματα εκείνα στα οποία πρέπει να δοθούν οι απαντήσεις, προκρίνοντάς τα σαν αποκλειστικό πεδίο άσκησης πολιτικής, υποτάσσοντας τα “λοιπά” θέματα κάτω από αυτήν την προτεραιότητα. Υποτίθεται, βέβαια, με άλλη διαχείριση, με άλλο σχέδιο, με άλλο πρόγραμμα και με άλλη εξουσία. Έτσι, για παράδειγμα, ο κορμός της πολιτικής τους απάντησης στο βάθος της επίθεσης, στο πέρασμα των ιδιωτικοποιήσεων, στην αποστέρηση από κοινωνικά αγαθά και δικαιώματα διαρθρώνεται με έναν γενικόλογο τρόπο πάνω σε μια αφηρημένη γραμμή υπεράσπισης της κρατικής περιουσίας, εξομοιώνοντάς την περίπου με τη λαϊκή, ή στα προγράμματα – προτάσεις για εθνικοποιήσεις – κρατικοποιήσεις με κοινωνικό έλεγχο. Όσο κι αν δεν επιθυμούν να το παραδεχθούν, είναι μια φυγή από τα πραγματικά επίδικα, είναι ενός άλλου τύπου προσέγγιση της λογικής του επέκεινα και της λαϊκής εξουσίας που αποδίδουν μόνο στο ΚΚΕ. Μοιάζει να μην πιστεύουν πως οι αγώνες μπορούν να νικήσουν.

Αντιστρέφεται έτσι η σχέση του πραγματικού ζητήματος με τις πολιτικές προτάσεις που -υποτίθεται- έρχονται να το απαντήσουν. Πώς να αποτραπεί μετά, για παράδειγμα, η ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ και οι επερχόμενες από την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας συνέπειες της αύξησης της τιμής του ρεύματος, του αποκλεισμού από τα κοινωνικά αγαθά των πιο φτωχοποιημένων κομματιών, τη στιγμή που δεν τίθεται ως ζήτημα πρώτης διάταξης και πάλης η ανάπτυξη κινήματος αντίστασης στις διακοπές ρεύματος, στις τιμολογιακές υπερχρεώσεις, στα χαράτσια, ώστε να είναι αυτό που θα αποτρέψει την παραχώρηση σε ιδιώτες και θα επιβάλει κινηματικά και τους όρους πρόσβασης στα κοινωνικά αγαθά, παράγοντας έναν νέο ταξικό συσχετισμό; Πώς να αποτραπεί το κλείσιμο των δημοσίων μονάδων υγείας του ΕΟΠΥΥ, όταν στο παρά πέντε κυριολεκτικά ο καθένας με την πολιτική του πραμάτεια παρευρίσκονταν έξω απ’ τα ΙΚΑ της περιοχής για την τιμή των όπλων, την ώρα που τρεις ΕΟΠΥΥήδες θα έρχονταν για να παραλάβουν τη δημόσια περιουσία, χωρίς ΜΑΤ και απειλή καταστολής, και κανείς δεν επιχείρησε στην πράξη να δώσει απάντηση στο πρόταγμα που ίδιος προηγουμένως έθετε ως πανκοινωνικό, στο όχι στο ξεπούλημα και τη διάλυση της δημόσιας υγείας. Οι απέξω παραχωρούσαν την απάντηση στους από μέσα και οι από μέσα στους απέξω. Κάπου εκεί επέδρασε η μαγική δύναμη του νόμου και του ΦΕΚ. Μα, με ένα ΦΕΚ δεν θα γίνουν και τα επόμενα ξεπουλήματα; Μοιάζει αστείο -μα δεν είναι- να περιστρέφεται όλη η κατάσταση γύρω από την ομαλότητα και τη νομιμότητα της μετάβασης και να αρκεί ένα μόνο βήμα πραγματικής μετάβασης από το κακό στο χειρότερο για να διαλύσει όλα αυτά τα παραμύθια.

Έτσι και εδώ ως κρίσιμο ζήτημα θα αναδειχθεί το αν θα επιχειρηθεί έμπρακτα, ουσιαστικά και κινηματικά η αντιστροφή αυτής της σχέσης, αν θα είναι το πραγματικό ζήτημα εκείνο πάνω στο οποίο θα διαμορφωθεί η γραμμή πάλης του κινήματος και όχι η “άλλη διαχείριση” ή ο “εναλλακτικός σχεδιασμός” στο πλαίσιο μιας συμφιλιωτικής συνύπαρξης της επενδυτικής δραστηριότητας με τις δημοτικές επιχειρήσεις και με τις δραστηριότητες “κοινωνικής οικονομίας” και “κοινωνικής πρόνοιας”. Δηλαδή, σε τίνος χέρια θα βρεθεί η πρωτοβουλία και μάλιστα με πραγματικούς όρους. Ζούμε μια περίοδο όπου οι ιδιωτικοποιήσεις ως μορφή της επίθεσης ενάντια στην ελεύθερη πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά και στους ελεύθερους χώρους, ως  αποστέρηση από αυτά, ως εμπορευματοποίησή τους και θέση τους υπό τους όρους της πιο άγριας καπιταλιστικής κερδοφορίας παίρνει τη μορφή της εκποίησης αυτού που συνηθίζεται να λέγεται δημόσια περιουσία. Στην πραγματικότητα, παρότι ως μορφή αφαιρείται από την κυριαρχία και τη διαχείριση του αστικού κράτους και με τη συνηγορία του, εντούτοις σε επίπεδο ουσίας αφαιρούνται και αποσπώνται  από την ίδια την κοινωνία τα δημόσια αγαθά. Και η διαδικασία αυτή δεν είναι διαδικασία απόσπασης και αρπαγής απλώς αλλά και διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων σχετικά με τα ίδια τα δικαιώματα στα κοινωνικά αγαθά, με την  προσβασιμότητα σ’ αυτά και τους φορείς τους. Θα αναδειχθεί πεδίο συζήτησης και αντιπαράθεσης το κρίσιμο θέμα του τι ακριβώς και πώς υπερασπιζόμαστε τη μη μετατροπή των δημόσιων κοινωνικών αγαθών (αιγιαλός, πάρκο, ελευθερία της αναψυχής, ελεύθερη πρόσβαση και το φυσικό περιβάλλον καθαυτό) από δικαιώματα σε είδη που μπορεί να εμπορεύεται και να κερδοσκοπεί το κεφάλαιο (με όποια μορφή και εθνικότητα), όταν αυτά ήδη βρίσκονται σε χέρια που κάθε άλλο παρά κάνουν διαχείριση που συνάδει με το δημόσιο (για όλους) χαρακτήρα τους, και σε ποια αιτήματα συμπυκνώνεται η  την ελεύθερη πρόσβαση. Το βέβαιο είναι πως δεν είναι αυτό το επίδικο για όλους, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, που ιδίως και ενόψει δημοτικών εκλογών θα δώσουν και θα πάρουν. Για παράδειγμα στην επίθεση, που είναι καθολική, υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι ν’ απαντήσει κανείς. Μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρηθεί ότι έχουμε μια επίεση του νεοφιλελεύθερου ιδιωτικού κατά του κεϋνσιανικού δημοσίου, το οποίο πρέπει να υπερασπιστούμε σαν αναγκαίο στάδιο και βάση ομαλής κοινωνικής μετεξέλιξης, την ώρα που η επίθεση στοχεύει στον σκληρό πυρήνα του ίδιου του δικαιώματος, έχοντας φιλοξενηθεί στην προηγούμενη μορφή σαν πλαίσιο ενάσκησής του και τώρα η ίδια το ανατρέπει. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η απάντηση δίνεται από την ενάσκηση εναλλακτικής κοινωνικής οικονομίας και σχετικών δραστηριοτήτων, χωρίς να αμφισβητείται ή να αναιρείται η επίθεση καθαυτή. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις, που μας βρίσκουν αντίθετους, δεν επικεντρώνουν και δεν απαντούν στο βασικό και ουσιαστικό ζήτημα (τη δημιουργία όρων για την ανατροπή της επίθεσης) και θεωρούν πως μπορούν να συνυπάρχουν και ως απόψεις και ως συγκροτημένες δομές παράλληλα και ενώ αυτή θα εξελίσσεται.

Η συζήτηση δεν μπορεί παρά υποχρεωτικά να περάσει στα ερωτήματα:

Με ποια συγκρότηση; 

Ένα δεδομένο αφορά τις τοπικές διοικήσεις και την περιφερειακή διοίκηση. Που  έχουν αναδειχθεί σε πεδίο όπου διαρκώς και με πολύ πιο έντονο τρόπο θα οξύνεται η αντίθεση ανάμεσα στη συστηματοποίηση των όρων επιβολής των αντιλαϊκών πολιτικών, ανάμεσα στη μεγαλύτερη ισχυροποίηση και θωράκιση του κράτους που επιβλήθηκε μέσω του Καλλικράτη, απ΄τη μια, και ανάμεσα στην πιθανότητα να βρουν έκφραση και λόγο στους θεσμούς του (ή και διαμέσω των θεσμών του) οι οποιεσδήποτε κινηματικές αντιστάσεις που θα αναδειχθούν, από την άλλη, μιας και ο χώρος της τοπικής και περιφερειακής “αυτο”διοίκησης είναι χώρος επιβολής και υλοποίησης κύριων και βασικών αντιλαϊκών μέτρων και σχεδιασμών και μάλιστα άμεσα συνδεδεμένων με τους περιφερειακούς σχεδιασμούς της ιμπεριαλιστικής ΕΕ (επιχειρηματικότητα, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων, 5μηνα, απολύσεις διαθεσιμότητες, απορρίμματα, υποδομές υγείας-πρόνοιας, ελεύθεροι χώροι, δράση ΜΚΟ κ.λπ.).

Περιθώρια για υποσχεσεολογία δήθεν φιλολαϊκής, περιβαλλοντικής ανάπτυξης και εναλλακτικής διαχείρισης απλώς δεν υπάρχουν. Αντίσταση εκ μέρους τους στην εκποίηση, με την έννοια της συμβολής, έστω, στη δημιουργία πραγματικών όρων ανατροπής της και διεκδίκησης του χώρου ως ελεύθερου δημόσιου, δεν θα υπάρξει. Θα κληθούν να διαχειριστούν μια ήδη προδιαγεγραμμένη κατάσταση. Το αν επιτυχημένα ή αποτυχημένα κατορθώσουν να εμφανίσουν (μιας και επίκεινται δημοτικές εκλογές) ότι εντός των πλαισίων της καπιταλιστικής ανάπτυξης τάχα “διεκδικούν κάτι για το δήμο τους”, αυτό θα κριθεί κατά περίπτωση και από το αν θα το παίξουν αριστερή συνείδηση του συστήματος που υπηρετούν και που τους ορίζει τα όρια και τα περιθώρια της κίνησής τους.

Με τι συνειδητοποίηση; 

Κινηματική εμπειρία υπάρχει από τους αγώνες που ξέσπασαν στην Κερατέα και στη Χαλκιδική. Πέρα από την διαφοροποιό απόσταση του πολιτικού χρόνου, μια σημαντική διαφορά με το τώρα και το εδώ είναι πως οι αγώνες εκείνοι είχαν να αντιμετωπίσουν την αιχμή της επίθεσης και την υλοποίησή της.    Έθεσαν στο επίκεντρο του αγώνα τους όρους ζωής των ανθρώπων των περιοχών απέναντι σε μια καταστροφή. Συγκρότησαν ένα κίνημα αντίστασης ενάντια στην εκποίηση, στη συνέχεια ενάντια στην καταστροφή και στη μετατροπή της γης τους από φυσικό παράδεισο σε πραγματική κόλαση. Έδειξαν ότι νικηφόρα αμφισβήτηση της επίθεσης αλλά και άγονο περιβάλλον για την ευδοκίμηση των διαφόρων προτεινόμενων “λύσεων” και “εναλλακτικών διαχειρίσεων” κρίνεται μόνο όταν μιλάς βάσει όρων πραγματικού κινήματος που στοχεύει στην ανατροπή του επιθετικού σχεδιασμού και υπηρετείται από αναλόγου επιπέδου συγκρότηση των λαϊκών δυνάμεων. Κινηματικοί όροι που συγκροτούνται στη βάση των πραγματικών προβλημάτων, του είδους της απάντησης που δίνεται σ’ αυτά και βάσει ου αν αναδεικνύονται μορφές κοινής δράσης και λαϊκής αυτοοργάνωσης και πάλης ικανές να υπερασπίζονται τις λαϊκές ανάγκες και να δημιουργούν και όρους διασφάλισής τους. Από το αν  ανοίγονται δρόμοι ικανοί να δώσουν μαζική έκφραση στον κόσμο και όχι εύκολων διεργασιών και συνδιαμορφώσεων. Αλλιώς υπάρχει και ο κίνδυνος της αυτοακύρωσης και της απαλλοτρίωσης του ρόλου που λες ότι θέλεις να έχεις.

Θα προκύψουν και σε άλλα επίδικα διαδικασίες συγκρότησης τέτοιες ώστε να μπορέσουν να υπερβούν τις ανεπάρκειες που προαναφέρθηκαν και να μην σκοντάψουν σ’ αυτές, έτσι ώστε να ανοίξει το ζήτημα από την πλευρά του κινήματος με τους δικούς του όρους και απαιτήσεις; Και, παραπέρα, σε μια τέτοια βάση να διαμορφωθούν και να προωθηθούν πολιτικές κατευθύνσεις και κινηματικές πρακτικές; Ίδωμεν…

Advertisements
This entry was posted in κοινωνία and tagged . Bookmark the permalink.

One Response to Να παραμείνουμε αφιλόξενοι

  1. Ο/Η Νίκος Πυρουνάκης λέει:

    http://prwkat.blogspot.gr/2014/02/blog-post_12.html

    Η συμβολή της Πρωτοβουλίας Κατοίκων στα νότια για το θέμα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s