Από την κλεμμένη υπεραξία… στο “νόμο περί πτωχών”; (Ι)

«Αυτό το νοσοκομείο – τι ντροπή! Τι ανακριβολογία!! – είναι εργατικό. Μόνον άποροι λεπροί είναι πεταμένοι εκεί. Οσοι έχουνε τον τρόπο τους είναι βολεμένοι κάπου αλλού, που υπάρχει δροσιά, πρασινάδα, νερό, στοργή και… σεντόνι νοσοκομείου. Αυτοί που δουλέψανε σ’ όλη τους τη ζωή, χωρίς να χορτάσουν ψωμί, βρίσκονται τώρα, στην αρρώστια τους, πεταμένοι σαν κοπριά, σε ένα κοπρόλακκο βρωμερό που λέγεται Σπιναλόγκα (…) 

(…) Περάσετε κύριοι Γιατροί, που έχετε σχέσεις με το υπουργείο Υγιεινής, να πάρετε συχαρίκια γιατί δέχεστε να στέκεστε μουγγοί κι άπραχτοι, μπροστά σε τούτο τ’ ομαδικό έγκλημα, επειδή φοβάστε να χτυπήσετε κατακέφαλα τον έμπορα, το μόνον επικίντυνον εχθρό της ανθρώπινης υγειάς… Σας δίνω μέρος να πιαστείτε. Μπορεί να μου πείτε: «Μας κατηγοράς γιατί δε… βρήκαμε της λέπρας τη γιατρειά; Τι αφελής που είσαι!». Μα, μη βιάζεστε. Τέτοια απαίτηση δε μπορεί να έχει κανένας. Για κείνο που σας κατηγορώ τόχετε καταλάβει πολύ καλά: Ποιες είναι οι προσπάθειες που κάματε μέχρι σήμερα, για να καλυτερέψετε τη ζωή του Σπιναλογκίτη; Για ν’ απαλύνετε τους πόνους του, να γενείτε πραγματικοί φρουροί της ανθρώπινης υγείας; Τι φταίτε σεις; Το κράτος φταίει; Σύμφωνοι. Αλλά πότε ακούστηκε μια διαμαρτυρία από μέρους σας εναντίον αυτής της ταχτικής του κράτους του ανθρωποκτόνου. Ποτέ! Δαγκώνετε σα δουλόπρεπα σκυλιά ένα ξεροκόμματο που σας πετά και μόνο γι’ αυτό νοιάζεστε σ’ όλη τη ζωή. Πουλάτε την επιστήμη γι’ αυτό το άθλιο ξεροκόμματο. Γι’ αυτό και μόνο γίνεστε συνεργοί, σε ομαδικές εχτελέσεις. Ακολουθάτε τους στρατούς του την ώρα που πάνε να αλληλοσφαγούνε και περιμένετε τη σφαγή για ν’ αρχίσετε να …γιατρεύετε! «Στάσου να σφάξω τούτον εδώ το φαντάρο, να τονέ γιατρέψεις». Ετσι σου λέει το Κράτος στους πολέμους του. Κι σεις στέκεστε! Πού είναι η αγανάχτηση του φρουρού της ανθρώπινης υγείας; Για το στραπάτσο αυτό που γίνεται σε βάρος ανθρώπινων υπάρξεων; Κι εσείς σοφοί, πούχετε σχέση με τις χημικές ουσίες, πώς δε μιλήσατε ακόμα; Αλλά, συγνώμη. Ξέχασα! Δε θα σας δίδουνε άδεια οι διευθυντές της μπαρουταποθήκης για να ασχοληθείτε σοβαρά με τα φαινόμενα του αίματου τ’ ανθρώπου. Χρειαζόμαστε οβίδες γιομάτες, τορπίλες, ασφυξιογόνα, κι έχετε πολλή δουλειά!… Συγνώμη! Ολους εσάς η ιστορία η αυριανή μονάχα προδότες της επιστήμης, έμπορους της επιστήμης θα σας χαρακτηρίσει, αν όχι τίποτα χειρότερο».

Από τα προλογικά «Δυο λόγια πιο μπροστά»

της Σπιναλόγκας του Θέμου Κορνάρου (1933)

Από την κλεμμένη υπεραξία… στο “νόμο περί πτωχών”;

της Κ. Κ.

Ι

Η περίοδος στην οποία εκδηλώνεται η επίθεση στο δικαίωμα στην υγεία και την περίθαλψη χαρακτηρίζεται από την ολόπλευρη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, τους εργαζόμενους και το λαό. Κυρίαρχη στόχευση είναι η κατάργηση κάθε δικαιώματος και κατάκτησης. Υλοποιείται σ’ ένα τοπίο πραγματικής αποσυγκρότησης και κατακερματισμού του πεδίου όπου γεννιούνται οι αντιστάσεις και παλεύονται τα δικαιώματα (εργασίας), έλλειψης οργανωμένων και συντονισμένων εργατικών και λαϊκών αντιστάσεων στην επίθεση αυτή αλλά και ιδεολογικής αποσυγκρότησης. Έχοντας (απαραίτητα) προηγηθεί η επίθεση στο δικαίωμα στη δουλειά και στους μισθούς, έχοντας διαμορφωθεί το κατάλληλο τοπίο της αναίρεσης του βασικού δικαιώματος και σχέσης απ΄το οποίο (μέσα απ’ την οποία) διαμορφώνονται οι όροι των διεκδικήσεων, των αντιστάσεων και των ανατροπών, παράλληλα αναιρούνται και οι υπόλοιποι όροι που συνέβαλλαν, με τη μορφή των κοινωνικών κατακτήσεων, στη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου, του επιπέδου ζωής και αναπαραγωγής των εργαζομένων και του λαού.

Όταν, λοιπόν, το κεφάλαιο σήμερα μπορεί να βρει “μαύρους” εργαζόμενους από τη μαθητεία, νέους 15-24 χωρίς μισθό (πρόταση ΚΕΠΕ), αμειβόμενους με 300 ευρώ, τους μετανάστες, όταν κυριαρχεί η επισφάλεια και η ατομική “διαπραγμάτευση” στην εργασία, τότε εύλογα έπεται η εξατομίκευση και στην υγεία και στην περίθαλψη που επίσης οδηγεί στην κυριαρχία της λογικής ότι η περίθαλψη είται ατομική υπόθεση. Ακόμα κι αυτή η λεγόμενη ανταποδοτικότητα αναιρείται από το σύστημα, που δεν επρόκειτο βέβαια για ισότιμο δούναι και λαβείν ή και για οικονομικό μόνο ζήτημα, αφού η πραγματική ικανότητα του δίδειν για την εργατική τάξη και το λαό αναιρείται από τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και σε μια σειρά άλλους τομείς της ζωής, που απαιτούν να δίνεις πολύ περισσότερα απ’ όσα παίρνεις απ΄τη δουλειά σου για να ζήσεις.

Η αρχειακή θέση απ΄την οποία πρέπει να δει κανείς το ζήτημα της υγείας και της περίθαλψης είναι ότι οι εργαζόμενοι σχετικά μ’ αυτό που λέγεται κοινωνικές παροχές, υγεία, περίθαλψη διεκδικούν δικά τους πράγματα στην ουσία, που παράγονται από τους ίδιους και είναι ιδιοποιημένα από το καπιταλιστικό σύστημα, ένα συλλογικό προϊόν εργασίας που μέσω διαφόρων διαμεσολαβήσεων είναι ένας πλούτος που γίνεται περιουσία  της αστικής τάξης και περιέρχεται στην κυριαρχική διαχείρισή της.

Μέχρι σήμερα όλοι οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι αυτοαπασχολούμενοι  προπλήρωναν και συνεχίζουν να πληρώνουν για να έχουν πρόσβαση και να περιθάλπονται στις διαφόρων βαθμίδων δημόσιες δομές υγείας, μέσω των κρατήσεων στους μισθούς και στις συντάξεις ή μέσω της υποχρέωσης καταβολής εισφορών σε τομείς υγείας των ασφαλιστικών ταμείων. Τα οικονομικά μεγέθη που στήριζαν τις κρατικές δομές υγείας προέρχονταν από  την  κλεμμένη υπεραξία, την πρόσθετη υπεραξία από την εργασία, την απλήρωτη αλλά ιδιοποιημένη υπερεργασία, όπου το σύστημα του διμερούς (εργοδοσία/εργαζόμενοι) σχηματισμού των κρατήσεων κάθε άλλο παρά πραγματικά διμερές ήταν/είναι. Η καθιέρωση ως υποχρεωτικής της ασφάλισης των εργαζομένων εξασφάλιζε τη χρηματική ροή προς τους τομείς υγείας των ασφαλιστικών ταμείων, που κάλυπταν τις δαπάνες περίθαλψης, ενώ πάντοτε υπήρχε και σημαντικό κομμάτι της περίθαλψης ή διαγνωστικών εξετάσεων ή απαραίτητων θεραπειών που ήταν εκτός της καλυπτόμενης δαπάνης από τον τομέα ασφάλισης. Προέρχονταν επίσης από την καταλήστευση του εργατικού και λαϊκού εισοδήματος μέσω της πάντοτε βαριάς φορολογίας των χαμηλών εισοδηματικά στρωμάτων και της εργατικής τάξης. Μάλιστα, το προϊόν της συνολικής υπεραξίας που αποσπάται από την εργασία είναι ο παραγμένος συνολικός πλούτος που συντηρούσε και τους ανέργους.

Κατ’ αυτή την έννοια, η ίαση και η περίθαλψη δεν ήταν ποτέ πραγματικά δωρεάν και ήταν πάντα πληρωμένη.

ΙΙ

Η συμμετοχή του κράτους στη λειτουργία, στην εξασφάλιση ύπαρξης υπηρεσιών και δομών υγείας και περίθαλψης και στην παροχή υπηρεσιών υγείας σε όποιον ασθενεί, με τη μορφή της υποχρέωσης διατήρησης ενός εθνικού ή κρατικού ή δημόσιου (χωρίς οι λέξεις να χάνουν την ξεχωριστή, πραγματική σημασία τους) συστήματος υγείας, προσβάσιμου για όλα τα κοινωνικά στρώματα, υπαγορεύθηκε ως αποτέλεσμα του ταξικού συσχετισμού και κατάκτηση της προγενέστερης περιόδου. Ως αποτέλεσμα των διεκδικητικών αγώνων του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος εδώ και γενικότερα, που διεκδικούσαν με δυναμικό τρόπο ως καθολικό και κοινωνικό το δικαίωμα στην περίθαλψη από το αστικό κράτος, το οποίο κυριαρχικά ρύθμιζε τη διανομή του παραγμένου πλούτου ως συλλογικός εκφραστής του κεφαλαίου. Αποτυπώθηκε σαν υποχρέωση, αντίστοιχα, του κράτους να την παρέχει. Αν αναλογιστούμε πόσους θανάτους, αργούς ή όχι, έχει μετρήσει η εργατική τάξη από τις “επαγγελματικές ασθένειες” -και κατ’ αναλογία πόση ανάγκη για περίθαλψη και αναπαραγωγή της-, αν αναλογιστούμε επίσης και πώς αλλιώς θα εξασφάλιζε ο καπιταλισμός -ένα σύστημα στο οποίο η παραγωγή έχει κοινωνικό χαρακτήρα- χωρίς ένα κρατικό σύστημα παροχής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης την επάνδρωση των βαρέων και ανθυγιεινών επιχειρήσεών του, σε μια περίοδο που οι αγώνες των εργαζομένων και της εργατικής τάξης έθεταν ένα μεγαλύτερο μέρος ταξικών διεκδικήσεων επί τάπητος, αν σκεφτούμε πώς το κομμουνιστικό κίνημα, τοπικά και διεθνώς, τροφοδούσε και τροφοδοτούνταν από αυτούς τους αγώνες, θα αντιληφθούμε πώς και γιατί το κεφάλαιο μεταχειρίστηκε την κρατική υπόσταση για να διαχειρίζεται και τους όρους βιολογικής αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και τους ίδιους τους όρους της δικής του αναπαραγωγής και κυριαρχίας.

Παράλληλα, βέβαια, η συμμετοχή του κράτους αποτέλεσε και ένα πεδίο άσκησης κοινωνικής πολιτικής για τη διασφάλιση “κοινωνικής σταθερότητας”. Πολύ σημαντική παράμετρος υπήρξε η  κυριαρχία του ρεφορμισμού ή της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, που καθόρισαν επί σειρά ετών τα όρια των διεκδικήσεων και επέβαλαν όρους ενσωμάτωσης των αγώνων και ταξικής συνεργασίας με το σύστημα και όχι όρους όξυνσης της ταξικής αντιπαράθεσης και διεκδίκησης. Επέβαλαν τη λογική του εξωραϊσμού του καπιταλισμού και της υποταγής των διεκδικήσεων στη γραμμή “κοινωνικές μεταρρυθμίσεις αντί για ταξική πάλη”. Μια άποψη που είχε τη βάση της στο ότι η όξυνση της ταξικής πάλης και ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης δεν είναι απαραίτητοι, αφού ο σοσιαλισμός μπορεί να εγκαθιδρυθεί μέσω του κράτους, που είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο από τους όρους της καπιταλιστικής παραγωγής, που, όντας πεδίο ταξικής πάλης το ίδιο, λειτουργεί σαν κοινωνκό κράτος και παρεμβαίνει στον τομέα της διανομής του “κοινωνικού εισοδήματος” και  αντεπιστρέφει με τη μορφή κοινωνικών παροχών τον αποσπασμένο πλούτο από τους ανθρώπους της δουλειάς, εξισορροπώντας, έτσι, τις ανισότητες. Στο πολιτικό πεδίο, μέσω της κοινοβουλευτικής “πάλης”, μέσω της υποστήριξης του κράτους απέναντι στην ασυδοσία των επιθετικών μονοπωλίων, και με τα συνδικάτα να αναπτύσσουν συμπληρωματικό ρόλο στον κρατισμό και με τη συμμετοχή στα διάφορα όργανα συνδιοίκησης, δήθεν εργατικού ελέγχου. Έτσι, το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα οδηγήθηκε αφοπλισμένο προς τη διαφαινόμενη έκτοτε προσπάθεια του συστήματος να περάσει στην ολομέτωπη επίθεση και ανατροπή του ταξικού συσχετισμού, αναδιοργανώνοντας τις σχέσεις αναπαραγωγής του και κυριαρχίας του.

Η κατίσχυση (κυριαρχία) ιδιωτικοικονομικών κριτηρίων στη λειτουργία των δημοσίων δομών υγείας  αποδεικνύει πως τα κεκτημένα κοινωνικά δικαιώματα της πρόσβασης στην περίθαλψη δεν ήταν παρά ταξικές κατακτήσεις που λειτουργούσαν σαν ξένο σώμα μέσα στο αστικό καπιταλιστικό σύστημα, από τις οποίες το σύστημα πάντοτε αναζητούσε τρόπους απαλλαγής, μέσω της ανατροπής του συσχετισμού αυτού σε βάρος του λαού και της εργατικής τάξης. Αναζητούσε το πέρασμα σε έναν άλλον, νέο συσχετισμό, όπου όλα αυτά θα θεωρούνται περιττό οικονομικό βάρος. Συνεπώς, το αν αυτές οι κατακτήσεις θα παρέμεναν περιορισμένες ή αν θα διευρύνονταν, το αν θα περιελάμβαναν και το δωρεάν των παροχών (χωρίς καμία συμμετοχή του εργαζόμενου), το αν θα παρέμεναν επιμέρους κατακτήσεις κάποιων μόνο κομματιών των εργαζομένων (ευγενή ταμεία) που τους έφερναν σε καλύτερη θέση από άλλους (π.χ., α’ ή β’ ή γ’ θέση στα νοσοκομεία, παροχή ιατρικών βοηθημάτων, επιδόματα μόνο από κάποια ταμεία) ή αν θα μπορούσαν να συνολικοποιηθούν προς την κατεύθυνση της ίσης (και όχι της εξίσωσης προς τα κάτω), όλα αυτά ήταν επίσης ζήτημα ταξικής πάλης, που απαιτούσε όμως την ύπαρξη συγκροτημένης της εργατικής τάξης, της οποίας η διεκδικητική δυναμική θα ξεπερνούσε τον κατακερματισμό και τις ανισότητες και θα έθετε ζήτημα αναδιαμόρφωσης των ταξικών σχέσεων.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε αυτόν το συσχετισμό σαν κάτι μη σταθερό, υποσκαππτόμενο, αμφισβητούμενο διαρκώς με βάση και τις συνθήκες υποχώρησης του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος και αναζήτησης όρων συρρίκνωσής του, ενσωμάτωσης και ανατροπής του από το σύστημα, πολύ περισσότερο διαβάζοντας και τα δεδομένα της πραγματικότητας που συνηγορούσαν υπέρ του ότι η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τις κατακτήσεις της έπαιρνε μεγαλύτερο βάθος και εύρος, με τη μορφή της αποστέρησης της εργατικής τάξης και των κατώτερων εισοδηματικά στρωμάτων από το σύνολο των δικαιωμάτων τους, της πλήρους αποστέρησης από την πρόσβαση στα λεγόμενα κοινωνικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου στην περίθαλψη. Αυτός λοιπόν ο ταξικός συσχετισμός που είχε παραχθεί από τη δυναμική της ταξικής πάλης στις δεδομένες συνθήκες ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, που χαρακτηρίστηκε από αυτή τη φάση (μαζικότητα στην παραγωγή) και αποτυπώθηκε και στην προσβασιμότητα στις δομές κρατικής περίθαλψης που κατά κανόνα κάλυπταν το μεγαλύτερο κομμάτι της φροντίδας αυτής χωρίς ιδιαίτερες επιβαρύνσεις/συμμετοχή, έφτασε ως εδώ έχοντας αποτυπωθεί στη δυνατότητα πρόσβασης στις δημόσιες δομές υγείας και περίθαλψης, πρωτοβάθμιες ή δευτεροβάθμιες. Παράγοντας που ανέτρεψε την παραπάνω “ισορροπία” υπήρξε η κρίση. Με την έννοια ότι για να λειτουργεί (ή για να ακροβατεί) η προαναφερόμενη ισορροπία προϋπόθεση ήταν να μην υπάρχει κρίση στην καπιταλιστική οικονομία. Η κρίση λοιπόν δίνει θέση στην επίθεση, οπότε τα όνειρα του μεταρρυθμιτισμού για ένα σύστημα διανομής του κοινωνικού εισοδήματος (της αποσπασμένης υπεραξίας) με κοινωνικές υπηρεσίες, κράτος πρόνοιας και άλλα ανάλογα πάνε περίπατο.

Συνεχίζεται

Advertisements
This entry was posted in κοινωνία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s