Από την κλεμμένη υπεραξία… στο “νόμο περί πτωχών”; (ΙΙ)

ΙΙΙ

Αναγκαστική παρένθεση εδώ και για να πάμε παρακάτω (και χωρίς διάθεση σχολαστικισμού) η διευκρίνιση του επιθετικού προσδιορισμού δημόσια στην υγεία ή στην περίθαλψη. Καταρχήν, οι γενικές συνθήκες υγείας και υγιεινής όλου του πληθυσμού είναι και θα είναι ένα δημόσιο ζήτημα. Είναι μια κοινωνική κατάκτηση. Με την έννοια ότι η εξασφάλιση και διατήρηση υγιεινών συνθηκών ζωής του πληθυσμού, όχι εξατομικευμένα αλλά συνολικά ιδωμένες, δημιουργούν αντίστοιχη υποχρέωση και απαίτηση από το κράτος της αστικής τάξης (μιας που μιλάμε για καπιταλισμό) να τις εξασφαλίζει (Είναι άλλο ζήτημα ότι σε μια ταξική κονωνία και σ’ ένα ιμπεριαλιστικό καπιταλιστικό σύστημα λειτουργούν προφανώς κι εκεί οι ταξικές διακρίσεις, όπου αυτό το “δημόσια” -με την έννοια για όλους, χωρίς διάκριση- αναιρείται για την εργατική τάξη και το λαό, αλλά πολλές φορές και για όλο τον πληθυσμό, αφού ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του συστήματος δημιουργεί καταστροφές πλανητικής κλίμακας). Επειδή είναι “ζήτημα δημόσιας υγείας”, για παράδειγμα, υποχρεώνεται το κράτος να θεσπίζει φίλτρα στα φουγάρα των βιομηχανιών (δεν συζητάμε αν τηρείται ή περί του ύψους των προστίμων).

Με το ζήτημα της περίθαλψης τα πράγματα παρουσιάζονται πιο εξατομικευμένα (τέθηκε πιο πάνω χονδρικά πώς και γιατί ένα καθολικό κοινωνικό δικαίωμα εξατομικεύεται). Να σημειωθεί μόνο πως όταν η εργατική τάξη παλεύει και διεκδικεί ως αντίπαλη τάξη ενάντια στο σύστημα για, π.χ., συνθήκες υγιεινής σε χώρους δουλειάς, για ασφάλιση, περίθαλψη, για παιδικούς σταθμούς κ.λπ., και κερδίζει, τότε δημιουργεί με τον αγώνα της όρους για κοινωνικές κατακτήσεις, για κατακτήσεις που καταλαμβάνουν και άλλα καταπιεζόμενα στρώματα, και όχι στενά (δηλ., με την έννοια για τον εαυτό της μόνο) ταξικές κατακτήσεις.

Σε ποιους, πραγματικά, ανήκουν τα κοινωνικά αγαθά; Και σε τίνος τα χέρια βρίσκονται και με ποιους όρους ασκούνται, απολαμβάνονται τα κοινωνικά αγαθά, τα κοινωνικά δικαιώματα, σε μια ταξική κοινωνία;  Κοινό αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα σημαίνει στον καπιταλισμό ότι είναι και κοινό κτήμα; Αναφορικά με τα δικαιώματα, ο καπιταλισμός προτάσσει δήθεν τον ατομικό χαρακτήρα σε βάρος του συλλογικού για να διαχωρίσει το σύνολο σε άτομα, επειδή ο στόχος του είναι η κατάργηση και ο περιορισμός και των ατομικών και των συλλογικών δικαιωμάτων, βάλλοντας κατά του τρόπου αντίστασης, της συλλογικότητας. Εξ ου και η επιβολή και επικράτηση, στην παρούσα φάση, της ατομικής διαπραγμάτευσης, της αυτο-αξιολόγησης κ.λπ., σε μια σειρά τομείς. Στόχος λοιπόν η καταπάτηση συλλογικών δικαιωμάτων και μέσω αυτής και η καταπάτηση κάθε ατομικού (ανθρώπινου) δικαιώματος. Τα κοινωνικά δικαιώματα όμως δεν είναι παροχές αλλά κατακτήσεις. Συνεπώς, δεν μπορούμε να μιλάμε για μοντέλα ή συστήματα συνύπαρξης ασύμβατων πραγμάτων και εννοιών στον καπιταλισμό, ακόμη και αν κατά τη διαδρομή της ταξικής πάλης κατοχυρώθηκαν τα μεν ή επικράτησαν τα δε με την τάδε μορφή, ως αποτέλεσμα ταξικών συγκρούσεων και αποτελέσματα του τάδε ή του δείνα συσχετισμού. Το ίδιο το σύστημα είναι αρκετά “ευέλικτο” και ενσωμάτωσε και χώνεψε (βοηθούντος και του ρεφορμισμού) τη συγκρουσιακή δυναµική και προχωράει σε µια καπιταλιστική αναδιαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων με όρους απόλυτης κυριαρχίας του. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε για το τι διεκδικούμε, απέναντι σε ποιον, με ποιους, πώς και σε ποια δεδομένη συγκυρία που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένους όρους.

Είτε ιδιωτικοποιήσεις είτε αποκρατικοποιήσεις, η συζήτηση που στους αστικούς κύκλους συνοδεύεται συνήθως από μια πολεμική στο ανορθολογικό και διογκωμένο κράτος, προκειμένου περί κοινωνικών δικαιωμάτων και αγαθών, στην ουσία αφορά την παραχώρηση στο κεφάλαιο των κρατικών δομών που εσωκλείουν και θέτουν υπό τους όρους του καπιταλιστικού κράτους την άσκηση κοινωνικών υπηρεσιών υγείας και περίθαλψης και τη διαχείριση δημόσιων αγαθών και δημόσιων δικαιωμάτων. (Το γιατί βρέθηκε ο δημόσιος πλούτος να αναφέρεται κρατική περιουσία, ας μην επεκταθούμε). Πολύ απλά, λοιπόν, εμπορευματοποίηση, επειδή το κεφάλαιο  (ειδικά σε συνθήκες κρίσης) ασφυκτιά και αναζητά νέους όρους και πεδία αναπαραγωγής του. Αυτή η διαδικασία δεν μπορεί παρά να συμπεριλαμβάνει τον παραμερισμό κάθε αποτύπωσης προηγούμενης ισορροπίας (όπως, π..χ., τις συλλογικές διαπραγματεύσεις). Δεν μπορεί παρά να παίρνει τη μορφή των ιδιωτικοποιήσεων και της πλήρους εμπορευματοποίησης. Και αυτά πάνε χέρι χέρι αφενός με την αποδέσμευση του συλλογικού καπιταλιστή από την υποχρέωση να διανέμει  ό,τι διένειμε από την αποσπασμένη υπεραξία με τη μορφή των κοινωνικών δαπανών και αφετέρου με τη μετακύλιση όλου του κόστους βιολογικής αναπαραγωγής στους ίδιους τους εργαζόμενους (και τους μη εργαζόμενους) και την καθιέρωση της “ατομικής ευθύνης”. Η απαραίτητη διαδρομή της μετάβασης από τη μία κατάσταση στην άλλη καταγράφει: να γίνονται “μη βιώσιμες” οι μονάδες υγείας, είτε με την υποβαθμισμένη ιατρική τεχνολογική και υλική υποστήριξη των υπαρχόντων, είτε με τη δυσαναλογία ασθενών/κλινών/προσωπικού, είτε με τους ληστρικούς όρους εκμετάλλευσης της εργασίας του προσωπικού, είτε με τη μείωση του κόστους της δημόσιας υγείας που πήγαινε χέρι χέρι με την υποβάθμιση της παρεχόμενης περίθαλψης. Είτε, τελικά, με την υπερχρέωση και την εκάστοτε κυβερνητική κακοδιοίκηση, για τις οποίες βέβαια το φταίξιμο ριχνόταν -αναλόγως και τι έβγαινε στη φόρα- είτε γενικώς στους φαύλους, στα συμφέροντα και στις μίζες, ακριβώς για να συγκαλυφθεί ότι όλα αυτά είναι δομικά στοιχεία της λειτουργίας του καπιταλισμού και για να προβάλει το ιδιωτικοοικονομικό κριτήριο και η αμιγής εμπορευματοποίηση σαν ορθολογικοποίηση και καθαρή λύση. Τέλος, με τα όχι ευκαταφρόνητα ποσά των ασφαλιστικών ταμείων, του ιδρώτα των εργαζομένων, που αποτέλεσαν βορά που έπρεπε να κατευθυνθεί μαζί με τους φορείς τους προς το ιδιωτικό κεφάλαιο, προς τους ομίλους στο χώρο της ασφάλισης και της περίθαλψης.

Το γεγονός ότι δεν είχαμε ποτέ καθολική και ουσιαστικά δωρεάν πρόσβαση στις δημόσιες δομές περίθαλψης, ότι είχαμε νοσοκομεία υποβαθμισμένα, με  κακοδιαχείριση ή αλωμένα μέσω της διείσδυσης των πολυεθνικών φαρμακευτικών δεν ισοδυναμεί με ένα κλισέ του τύπου “τι είχαμε, τι χάσαμε”. Οι νέοι σχεδιασμοί  έρχονται να βαθύνουν περισσότερο τον υπάρχοντα ταξικό διαχωρισμό, να επιβάλουν με πιο επιθετικό και απροκάλυπτο τρόπο τη μετατροπή του δικαιώματος στην υγεία σε εμπόρευμα και με τον αποκλεισμό όσων δεν έχουν, σε μια εποχή που η επίθεση στους μισθούς συνοψίζεται σε επιδόματα πείνας κάθε τρίμηνο, όπου η ανεργία χτυπάει 30%, όπου μεγάλα κοινωνικά κομμάτια θα αποκλείονται από την πρόσβαση στη δημόσια υγεία.

ΙV

Είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να αναπτυχθεί ένας αγώνας διεκδίκησης αυτών  που δικαιούμαστε, την ίση, πλήρη και δωρεάν περίθαλψη, ασχέτως “ανταποδοτικότητας” εννοείται, για όλους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Ένας αγώνας για  να μην ιδιωτικοποιηθεί καμία απολύτως δημόσια δομή περίθαλψης και πρόνοιας. Αν ο αγώνας για ανατροπή της επίθεσης στοχεύει στην αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων, ως αναγκαία ανατροπή του σχεδιασμού της νέας επιθετικής αναδιάρθρωσης στο χώρο της υγείας, δεν μπορεί παρά να αναπτυχθεί και να πατήσει πάνω στις ήδη υπάρχουσες δομές δημόσιας υγείας και, υπ΄ αυτήν αυστηρά την έννοια, να τις υπερασπιστεί. Να τις υπερασπιστεί όχι σαν μοντέλο ή δομή αλλά σαν κατάκτηση που έχει εξ αντικειμένου δημιουργήσει όρους μαζικότητας για τη διεκδίκηση, αντιφατικούς μεν μαζικούς δε. Θα πρέπει να σκεφτεί αν η απώλειά τους θα είναι βήμα προς τα εμπρός ή προς τα πίσω ή μήπως ουδέτερη;  Και υπάρχει “ουδέτερο”; Άρα, ένας τέτοιος αγώνας, που στοχεύει στην ανατροπή της επίθεσης, δεν μπορεί (είναι “καταδικασμένος”) ούτε να αρκεστεί στην υπεράσπιση του υπάρχοντος αλλά ούτε να μην πάει παραπέρα, να μην θέσει την άρνησή του, να μη δημιουργήσει ρωγμή και να μη διεκδικήσει περισσότερα απ΄ όσα είχαν κατακτηθεί, όπως π.χ., το δωρεάν και το πλήρες. Αυτή δεν είναι μια αγωνιστική στιγμή, είναι μια ολόκληρη διαδικασία, κινηματικά ποιοτικά διαφορετική από αυτήν που παρήγαγε το υπάρχον και η οποία περιλαμβάνει τους όρους ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης στις νέες συνθήκες .

Ενάντια στην εμπορευματοποίηση της υγείας και της περίθαλψης παλεύουμε στις κρατικές δομές υγείας, στη βάση του κοινωνικού δικαιώματος που κερδήθηκε και διευρύνθηκε στη βάση της συμμετοχής στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής (για εργαζόμενους, συνταξιούχους, ανέργους, ανασφάλιστους) και στη διεκδίκηση από τον συλλογικό καπιταλιστή, το κράτος. Στις ιδιωτικές δομές υγείας, όμως, οι οποίες αυτή τη στιγμή είναι για τους περισσότρους συνδεδεμένες με την κάλυψη ενός μόνο μέρους του ποσού μέσω της ασφάλισής τους (προς το παρόν) πώς μπορεί να μορφοποιείται αυτή η πάλη, όταν διακοπεί η ασφάλιση, όταν πρόκειται, π.χ., για ανασφάλιστους ή για ανέργους; Η πλήρης κυριάρχηση της λογικής “υγεία ίσον εμπόρευμα, ίσον κέρδος” δεν συνεπιφέρει, μαζί με το κέρδος/αφαίμαξη, και άλλα δεινά; Σε συνθήκες κρίσης, φτωχοποίησης και καταστροφής των γενικότερων όρων ζωής και εργασίας, μεγάλα κοινωνικά κομμάτια ήδη αποκλείονται από την πρόσβαση στις δομές δημόσιας περίθαλψης με τους προϋπάρχοντες όρους. Συνεπακόλουθη είναι η χειροτέρευση της υγείας και της ίασης, από κάθε άποψη. Άρα μιλάμε αμέσως για ένα μεγάλο κομμάτι πληθυσμού που θα υποστεί αυτή την επίθεση και, εννοείται, οι φτωχότεροι, οι ασθενέστεροι, οι γεροντότεροι πρώτοι απ΄όλους. Από κει και πέρα, δεν είναι δυνατόν η λογική του καπιταλιστικού κέρδους να μην συμπυκνώνει και τα ανάλογα διαμορφωμένα “πρότυπα” και μεθόδους θεραπείας και ίασης, τις συστημικές πολιτικές επιλογές για το ποιος ζει, για πόσο, και ποιος πεθαίνει, και όχι μόνο από οικονομική άποψη αλλά και μέσω του ελέγχου της υγείας/ασθένειας. Το πού και ποιας δυναμικότητας νοσοκομεία θα λειτουργούν θα έχει άμεση σχέση με τις προτεραιότητες που θέτει κάθε φορά το κεφάλαιο. Το τι θεραπευτικά πρωτόκολλα θα εφαρμόζονται και τι είδους ασθένειες θα θεραπεύονται ή όχι και τι φάρμακα θα συνταγογραφούνται επίσης. Καλή υγεία και καλή αναπαραγωγή για τους λίγους, λοιπόν, και μερεμέτια για τους πολλούς, στα όρια της απλής βιολογικής αναπαραγωγής τους ώστε να οδηγούνται την επαύριον στα εργασιακά κάτεργα των 300 ευρώ και, αν δεν αντέξουν, υπάρχουν οι στρατιές των αναλώσιμων νέων ανέργων απ΄ όπου θα αντληθούν οι σύγχρονοι σκλάβοι.  Ήδη το “προσδόκιμο ζωής” στην Ελλάδα, στα χρόνια της κρίσης, έχει μειωθεί κατά 5-6 μονάδες και μοιάζει όλο και πιο πολύ με “προσδόκιμο του αναλώσιμου”, που διαμορφώνεται με βάση το πόσο πρέπει να δουλεύουν και να ξεζουμίζονται για ψίχουλα οι εργαζόμενοι και πόσο λίγο πρέπει να κοστίζουν ως ασφαλισμένοι ή ασθενείς για το κεφάλαιο.

Εκείνα που κρίνονται στους αγώνες για την υγεία και την περίθαλψη που έχουμε μπροστά μας είναι τα εξής: Πώς θα απαντηθεί το άμεσο ζήτημα της περίθαλψης του κόσμου, πάνω σε ποια διεκδικητικά αιτήματα θα συμπυκνωθεί η ουσία των δικαιωμάτων που παλεύουμε, με συμμετοχή, εμπλοκή, και ποιας ποιότητας των “από μέσα” (εργαζόμενοι) με τους “απ’ έξω” (ασθενείς); Αυτή η συμμετοχή – εμπλοκή θα είναι/πρέπει να είναι επιπέδου αλληλεγγύης και συντονισμού ή κάτι ποιοτικά διαφορετικό; Αναγνωρίζουμε σε αυτή τη διαδικασία το χώρο όπου θα γεννηθούν οι όροι υπέρβασης του συμβιβασμού που παρήγαγε τη λογική του “κρατισμού”, τον οποίο ενίσχυσε η κυριαρχία του ρεφορμισμού στα συνδικάτα; Αναγνωρίζουμε σε αυτή τη διαδικασία τους όρους ανασυγκρότησης της εργατικής τάξης ως τάξη για τον εαυτό της και δημιουργίας συνείδησης συλλογικότητας;

Εάν ισχύουν τα παραπάνω, είναι λάθος η πάλη σχετικά με το δικαίωμα στην υγεία και την περίθαλψη να τοποθετείται κάπου μεταξύ υποστήριξης του υπάρχοντος μοντέλου (να σώσουμε ο,τιδήποτε, αν σώζεται) και μεταξύ ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου που μπορεί, τάχα, να επιτευχθεί ή ακόμα να τοποθετείται στο επέκεινα. Η πάλη αυτή αφορά το σήμερα, με τους όρους που αυτό υπάρχει, αλλά και το αύριο. Το γεγονός ότι δεν μπορεί να περιγραφεί με έναν τόσο σαφή  και οριοθετημένο τρόπο το όλο ζήτημα, αυτό δεν πρέπει να αποτρέπει ούτε να συσκοτίζει ως προς το πραγματικό επίδικο: την παραγωγή ενός νέου ταξικού συσχετισμού και με όρους κόντρα στην ενσωμάτωση.

Ενάντια σ’ αυτή την επίθεση, είναι απαραίτητη η κατανόηση πως, αν περάσει, αυτό που θα προκύψει θα είναι ένα είδος κοινωνικής πρόνοιας (και όχι υγεία ή περίθαλψη) που θα προσομοιάζει το ανάλογο της εποχής που η βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας θέσπισε το νόμο “περί πτωχών” (το 1600). Η μεταμόρφωση της υποχρέωσης για παροχή θεραπείας και ίασης σε  προνοιακού τύπου πολιτική (με την έννοια του απλώς προνοώ ώστε…, δεν υποχρεούμαι όμως να…) είναι μια κοινωνική υποχώρηση. Μέσα σε συνθήκες φτώχειας, εξαθλίθωσης, μόλυνσης, περιβαλλοντικής καταστροφής, οι περισσότερες σύγχρονες αρρώστειες έχουν άμεση σχέση μ’ αυτά (θερίζουν αυτοάνοσα, νέοι επιθετικοί καρκίνοι, νοσήματα μεταβολισμού, ψυχικά νοσήματα) και οι θεραπείες τους κοστίζουν πανάκριβα. Η “ατομική ευθύνη” που θέλει να επιβάλει το σύστημα συναντιέται με ό,τι μπορεί να βαφτιστεί “προσωπική επιλογή”, που πλασάρεται έντεχνα. Το να μην έχεις λεφτά ή ασφάλιση ή πρόσβαση να γεννήσεις σε μαιευτήριο και να “επιλέγεις” να έρθει η μαμή της ΜΚΟ ή του δικτύου της εκκλησίας ή του κοινωνικού ιατρείου του δήμου στο σπίτι, αφού τους έχεις  υποβάλει τα αποδεικτικά της απορίας σου, αυτό είναι είναι υποχώρηση. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει την οργανωμένη παροχή πείθαλψης με ΟΛΑ τα απαιτούμενα και σε πλήρη ετοιμότητα, δεν μπορεί να κρύψει ότι από εργαζόμενος, από πολίτης με δικαιώματα μετατρέπεσαι σε φτωχό. Ας μην ξεχνάμε το “κράτος πρόνοιας” στη Γερμανία κατά τη Βαϊμάρη -που τόσα στήριξε (και στηρίχτηκε) σ’ αυτό η σοσιαλδημοκρατία. Δίνοντας μια ψευδαίσθηση δικαιωμάτων στους φτωχούς και στους ανέργους δεν απέφερε την αναμενόμενη πίστη στους θεσμούς της δημοκρατίας αλλά, αντίθετα, στελεχώθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους ναζί, καταλήγοντας ένας μηχανισμός καταγραφής, ελέγχου και πειθάρχησης των απόρων, των ανέργων και των φτωχών.

Η επίθεση στην δωρεάν προσβασιμότητα στις δημόσιες δομές  υγείας και περίθαλψης στοχεύει στην εξολόθρευση αυτού που είναι ή δύναται να είναι ο φορέας εκείνος που αγωνιζόμενος θα δημιουργεί και θα μεταβάλλει τους ταξικούς συσχετισμούς της σύγκρουσης. Του φορέα εκείνου που δεν θα επιτρέψει την επιστροφή στις κινούμενες μάζες των φτωχών γύρω από τα ψίχουλα  που παρείχαν τα ελεήμονα φιλανθρωπικά δίχτυα προστασίας του 1600, με όποια μορφή κι αν εμφανίζονται σήμερα ή όποιας μορφής πολιτική υποχωρητικότητα ή αναχωρητισμού κι αν ενδύονται μπροστά στη δυσκολία και στη σκληρότητα του αγώνα που απαιτείται να δοθεί.

Η αντίσταση στην επίθεση και η διεκδίκηση του δικαιώματος για ίση, πλήρη, δωρεάν περίθαλψη πρέπει να σταθεί στην αποτροπή του κλεισίματος νοσοκομείων και  μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας που επιχειρείται μέσω των απολύσεων, των διαθεσιμοτήτων, των συγχωνεύσεων και των καταργήσεων. Ταυτόχρονα, πρέπει ν’ ανοίξει το δρόμο για τη διεκδίκηση της προσβασιμότητας για όλους και χωρίς προϋποθέσεις, Έλληνες και μετανάστες, ενοποιώντας τα κομμάτια των ανασφάλιστων, των ανέργων μ’ εκείνα των εργαζομένων και ασφαλισμένων, αποδομώντας μια σειρά συστημικά “επιχειρήματα” περί ανταποδοτικότητας ή περί βιωσιμότητας ή περί δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ο συντονισμός των αγωνιζόμενων λαϊκών στρωμάτων με τους εργαζόμενους απεργούς στο χώρο της υγείας είναι απαραίτητος και όχι μόνο ως ένδειξη αλληλεγγύης (υπάρχει και αυτή η πλευρά). Ούτε προνομιμοποιώντας πολιτικές λογικές που στοχεύουν στην επιστροφή του υπάρχοντος με καλή διαχείριση και διαχειρίζονται τελικώς τους αγώνες, θέττοντάς τους ενώπιον συντομότατων εκλογικών οριζόντων. Αφενός γιατί τέτοια επιστροφή δεν μπορεί να υπάρξει, αν καταλαβαίνουμε πώς έχει πραγματικά η επίθεση του συστήματος. Αφετέρου γιατί η τέτοιου βάθους επίθεση απαιτεί και αναλόγου μεγέθους συγκρότηση της αντίστασης και της διεκδίκησης που θ’ ανοίξουν δρόμους για την καθολικότητα του δικαιώματος. Συνεπώς, δεν μπορεί να είναι εικονικός ή να υπακούει σε ευκολίες συγκρότησης, αφήνοντας παράθυρα ανοιχτά ώστε να λειτουργούν οι λαϊκισμοί του συστήματος, ο κοινωνικός αυτοματισμός, ο κατακερματισμός και οι διαχωρισμοί των μέσα με τους έξω.

Όσο αδυνατούν τα αγωνιζόμενα εργαζόμενα κομμάτια να εμπλακούν με το λαϊκό κίνημα και να βρουν τους στόχους που τους ενώνουν, όσο αργούν να συμβάλλουν έτσι ώστε να παραχθεί ένα ανώτερο ποιοτικά επίπεδο πάλης γι’ αυτά του λέγονται και κοινωνικά αγαθά, ηγεμονευόμενο από την αντίληψη της ταξικής ιδεολογίας, τόσο θα διαμορφώνεται πιο ευνοϊκό τοπίο για το πέρασμα των επιλογών του συστήματος. Απέναντι στο ζοφερό μέλλον που μας ετοιμάζουν δεν έχουμε πολλές επιλογές. Ο αγώνας για την προάσπιση του κοινωνικού αγαθού της υγείας, του δικαιώματος στην πλήρη και δωρεάν περίθαλψη δεν είναι απομονωμένος από τους αγώνες για μόνιμη και σταθερή δουλειά, ενάντια στις απολύσεις και τις διαθεσιμότητες, για επιδότηση των ανέργων από την πρώτη μέρα ανεργίας. Στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές μας να δημιουργήσουμε όρους συλλογικής αντίστασης, διεκδίκησης και αλληλεγγύης από κοινού και σε συντονισμό με τους εργαζόμενους στις δομές υγείας, για την υπεράσπιση του δικαιώματος στην υγεία, ως κοινωνικό αγαθό, και στην ελεύθερη πρόσβαση στην περίθαλψη.

Να υπερασπιστούμε όλες τις δημόσιες δομές υγείας. Να μην κλείσει – συγχωνευθεί κανένα νοσοκομείο, ιατρείο, κέντρο υγείας. 

Καμία διαθεσιμότητα – καμία απόλυση υγειονομικών και εργαζομένων στις δομές υγείας.

Άμεση στελέχωσή τους με όλες τις ιατρικές ειδικότητες που λείπουν.  

Άμεση σφράγιση των βιβλιαρίων των ανέργων. 

Πλήρης υγειονομική κάλυψη των ανασφάλιστων και των ανέργων. 

Ίση, πλήρης και δωρεάν περίθαλψη, σε όλες τις δομές υγείας για όλους, ντόπιους και μετανάστες, χωρίς προϋποθέσεις. 

10-1-2014

Advertisements
This entry was posted in κοινωνία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s